Το ΚΚΕ από το συνέδριο του ΚΚ Γαλλίας στο Στρασβούργο είχε ανακοινώσει δια του Μιλτιάδη Πορφυρογένη, τον Ιούνιο του 1947, την πρόθεση δημιουργίας Δημοκρατικής Κυβέρνησης.
Η κυβέρνηση της Πρέσπας (η λεγομένη «Κυβέρνηση του Βουνού») με πρωθυπουργό και υπουργός Στρατιωτικών τον Μάρκο Βαφειάδης, αντιπρόεδρο και υπουργό Εσωτερικών τον Ιωαννίδη, και υπουργό Εξωτερικών τον Πέτρο Ρούσο, ανακοινώθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 1947 και την επόμενη, 24 Δεκεμβρίου ο ΔΣΕ εξαπέλυσε επίθεση για την κατάληψη της Κόνιτσας, που θα ήταν η Έδρα της νέας κυβέρνησης.
Τότε η κυβέρνηση του Θεμιστοκλή Σοφούλη, απάντησε με την δημοσίευση του Αναγκαστικού Νόμου 509 «Περί μέτρων ασφαλείας του Κράτους, του Πολιτεύματος, του Κοινωνικού Καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών», στις 27 Δεκεμβρίου, που κυρώθηκε αργότερα από τη Βουλή.
Ο Α.Ν. 509/1947 καταργήθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου του 1974 από την κυβέρνηση Καραμανλή-Μαύρου με το άρθρο 3 του Ν.Δ. 59 "Περί συστάσεως και επαναλειτουργίας πολιτικών κομμάτων" (ΦΕΚ 259/Δ/1974), με συνέπεια την νομιμοποίηση του ΚΚΕ.
Ο ΑΝ 509 προέβλεπε:
Αρθρο1
1. Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος, το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ) κα η Εθνική Αλληλεγγύη που προπαρασκεύασαν και ενεργούσαν την κατά της ακεραιότητας της Χώρας προδοτική ανταρσία διαλύοντουσαν. Επίσης διαλυόταν και κάθε άλλο πολιτικό κόμμα, σωματείο η οργάνωση, που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως συνεργαζόμενη μετ' αυτών η επιδιώκουσα αμέσως η εμμέσως την εφαρμογή ιδεών εχουσών ως σκοπὸ την διά βιαίων μέσων ανατροπή του πολιτεύματος, του κρατούντος κοινωνικού συστήματος ή την απόσπαση μέρους εκ του όλου της Επικρατείας.
2. Κόμματα, σωματεία, ή οργανώσεις μη μνημονευόμεναι , ως και οι τυχὸν συσταθησόμενες μετά την ισχὺ του Νόμου, διαρκούσης της ανταρσίας, χαρακτηρίζονται ως υπαγόμεναι εις τας διατάξεις του Νόμου με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου εφ' όσον πρόκειται περί κόμματος, και σε κάθε άλλη περίπτωση με απόφαση των κατά τόπους πρωτοβαθμίων Επιτροπών Δημόσιας Ασφάλειας, μή υποκειμένης εις ουδὲν ένδικον μέσον.
3. Τα γραφεία των διαλυομένων κομμάτων, σωματείων η οργανώσεων κλείνουν, όλη δε ἡ περιουσία και τα αρχεία αυτών κατάσχονται υπὸ της οικίας Εισαγγελικής Αρχής.
4. Τὰ κατὰ τὴν προηγουμένην παράγραφον κατασχόμενα δημεύονται διὰ βουλεύματος τοῦ συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν τοῦ τόπου τῆς κατασχέσεως. Ἐν τῷ βουλεύματι ὁρίζεται τίνα ἐκ τῶν δημευομένων ἀντικειμένων δύναται νὰ ἐκποιηθοῦν. Τὸ προϊὸν τῆς ἐκποιήσεως τούτων διατίθεται ἀποκλειστικῶς πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν θυμάτων τῆς ἀνταρσίας.
Ἄρθρον 2.
1. Ὅστις ἐπιδιώκει τὴν ἐφαρμογὴν ἰδεῶν ἐχουσῶν ὡς ἔκδηλον σκοπὸν τὴν διὰ βιαίων μέσων ἀνατροπὴν τοῦ Πολιτεύματος, τοῦ κρατούντος κοινωνικοῦ συστήματος ἢ τὴν ἀπόσπασιν μέρους ἐκ τοῦ ὅλου τῆς ἐπικρατείας, ἢ ἐνεργεῖ ὑπὲρ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν προσηλυτισμὸν τιμωρεῖται ἐὰν μὲν εἶναι ἀρχηγὸς ἢ ὁδηγὸς διὰ τῆς ποινῆς τῶν προσκαίρων δεσμῶν, εἰς ἰδίως δὲ βαρείας περιπτώσεις διὰ τῆς ποiνῆς τῶν ἰσοβίων δεσμῶν ἢ τοῦ θανάτου, ἐὰν δὲ εἶναι ἁπλοῦς συστασιώτης διὰ ποινῆς φυλακίσεως, εἰς ἰδίως δὲ βαρείας περιπτώσεις διὰ τῆς ποινῆς τῆς εἱρκτῆς ἢ τῶν προσκαίρων δεσμῶν.
2. Ὡς ἰδιαιτέρα ἐπιβαρυντικὴ περίπτωσις θεωρεῖται ἡ ἐκτέλεσις τῆς πράξεως ἐν δημοσίῳ τόπῳ, παρόντων πολλῶν, ἢ διὰ τοῦ τύπου, ἢ ἐὰν ὁ προσηλυτισμὸς ἐνεργεῖται διὰ χρημάτων, ἢ ἀπευθύνεται πρὸς ἀνηλίκους, στρατιωτικοὺς ἐν γένει ἢ δημοσίους λειτουργούς.
Ἄρθρον 3.
1. Ἐὰν τὸ ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ ἀδίκημα τελεσθῆ διὰ τοῦ τύπου, ὑπέχουσιν εὐθύνην ὃ τε συγγραφεὺς ἢ συντάκτης τοῦ δημοσιεύματος, ὁ διευθυντὴς ἢ ἐκδότης τοῦ ἐντύπου, καὶ ὁ ἐν γνώσει ἀναλαβών τὴν κυκλοφορίαν τοῦ τοιούτου ἐντύπου, ἀγνώστου δὲ ὄντος τοῦ ἐκδότου, ὁ τυπογράφος.
2. Κατὰ τῶν ἐν τῇ προηγουμένῃ παραγράφῳ ἀπαγγέλλεται πρὸς τούτοις παῦσις τοῦ ἐπιτηδεύματος τοῦ δημοσιογράφου ἢ τυπογράφου ἢ ἐκδότου τουλάχιστον ἑνὸς ἔτους καὶ ἐν ὑποτροπῇ ὁριστικὴ τοιαύτη.
3. Ὁ παρὰ τὴν παῦσιν ταύτην ἐξασκῶν τὸ ἐπάγγελμα αὐτοῦ τιμωρεῖται διὰ φυλακίσεως καὶ ἐν ὑποτροπῇ δι' εἱρκτῆς.
Ἄρθρον 4.
1. Ἀπαγορεύονται αἱ ἐν ὑπαίθρῳ εἴτε ἐν κλειστῷ χώρῳ συναθροίσεις προσώπων ἐπιδιωκόντων τὴν ἐφαρμογήν τῶν ἐν ἄρθρῳ 2 ἰδεῶν.
2. Ὁ ἐν γνώσει προσερχόμενος εἰς τοιαύτην συνάθροισιν τιμωρεῖται διὰ φυλακίσεως τοὐλάχιστον ἓξ μηνῶν.
3. Ὁ ἐν γνώσει δεχόμενος εἰς τὴν οἰκίαν του ἢ τὸ κατάστημά του συνάθροισιν περὶ ἧς ἡ παράγραφος 1 τοῦ παρόντος ἄρθρου, τιμωρεῖται διὰ φυλακίσεως τοὐλάχιστον ἓξ μηνῶν. Διὰ τῆς καταδικαστικῆς ἀποφάσεως ἀπαγγέλλεται ὑποχρεωτικῶς ἡ λύσις τῆς μισθώσεως τοῦ καταλύματος καὶ ἡ ἄρσις τῆς προστασίας τοῦ ἐνοικιοστασίου.
4. Ὅστις κακοβούλως διαταράσσει πολιτικὴν συγκέντρωσιν ἐπιτρεπομένου σκοποῦ τιμωρεῖται διὰ τῆς ποινῆς τῆς φυλακίσεως.
Ἄρθρον 5.
1. Ἡ καταδίκη τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν ἐπί τινι τῶν ἀδικημάτων τοῦ παρόντος νόμου συνεπάγεται τὴν ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας ἔκπτωσιν, ἀπαγγελομένην ὑπὸ τῆς καταδικασικῆς ἀποφάσεως, δι' ἦς ὡσαύτως ὁρίζεται ἀνικανότης πρὸς ἀνάκτησιν ἀρχῆς ἢ ἄλλης δημοσίας ὑπηρεσίας ἐπὶ πέντε τοὐλάχιστον ἔτη.
2. Στρατιωτικοὶ παντὸς βαθμοῦ, ὡς καὶ οἱ ἀνήκοντες εἰς τὰ Σώματα Ἀσφαλείας, καταδικαζόμενοι ἐπί τινι τῶν ἀδικημάτων τοῦ παρόντος Νόμου, ἐκπίπτουν τῆς ὑπηρεσίας καὶ στεροῦνται ὅλων τῶν μετὰ τῆς ἀρχῆς ἢ ὑπηρεσίας συνημμένων δικαιωμάτων καὶ πλεονεκτημάτων. Ἡ τοιαύτη καταδίκη συνεπιφέρει καὶ διαρκῆ ἀνικανότητα πρὸς ἀνάκτησιν ἀρχῆς ἢ ἄλλης δημοσίας ὑπηρεσίας. Αἱ συνέπειαι αὗται ἐπέρχονται καὶ ἂν δὲν ἀπαγγέλλωνται ἐν τῇ ἀποφάσει.
Ἄρθρον 6.
1.
Δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ ὑπηρέται καίτοι μὴ ὑποπεσόντες εἰς ἀξιόποινον πρᾶξιν τοῦ παρόντος Νόμου, προπαγανδίζοντες ἐν τούτοις κομμουνιστικὰς Ἀρχάς ἢ προσβάλλοντες τὴν ἰδέαν τῆς Πατρίδος ἢ τὰ Ἐθνικὰ Σύμβολα, ἀπολύονται ὁριστικῶς τῆς ὑπηρεσίας, μετ' ἀπόφασιν τοῦ οἰκείου Συμβουλίου.
2. Στρατιωτικοὶ παντὸς βαθμοῦ καὶ οἱ ἀνήκοντες εἰς τὰ Σώματα Ἀσφαλείας, καίτοι μὴ ὑποπεσόντες εἰς ἀξιόποινον πρᾶξιν τοῦ παρόντος Νόμου, διαδίδοντες ἐν τούτοις ἀρχὰς ἀνατρεπτικὰς τοῦ κρατοῦντος κοινωνικοῦ καθεστῶτος, ἢ προσβάλλοντες τὴν ἰδέαν τῆς Πατρίδος καὶ τὰ Ἐθνικὰ Σύμβολα ἀπολύονται ὁριστικῶς τῆς ὑπηρεσίας μετ' ἀπόφασιν τοῦ οἰκείου Συμβουλίου. Οἱ ἐκ τούτων ἔφεδροι ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοὶ παραπέμπονται εἰς ἀνακριτικὸν Συμβούλιον πρὸς ἔκπτωσιν ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ.
Ἄρθρον 7.
1. Τὰ ὑπὸ τοῦ παρόντος Νόμου προβλεπόμενα ἀδικήματα ἀνακρίνονται καὶ ἐκδικάζονται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Γʹ ψηφίσματος «περὶ ἐκτάκτων μέτρων ἀφορώντων τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν». Κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ αὐτοῦ ψηφίσματος γίνεται καὶ ἡ ἐκτέλεσις τῶν ποινῶν.
2. Τὰ Στρατοδικεῖα, ἐπιβάλλοντα ποινὴν φυλακίσεως δι' ἀδικήματα προβλεπόμενα ὑπὸ τοῦ παρόντος Νόμου, δικαιοῦνται νὰ ἀναστέλλουν ταύτην ὑπὸ ὅρον. Οἱ οὕτως ἀπολυόμενοι ἐὰν ἤθελον ὑποπέσῃ ἐντὸς τριετίας εἰς τὸ αὐτὸ ἢ παρεμφερὲς ἀδίκημα ἐκτίουν ἀρθροιστικῶς μετὰ τῆς νέας ποινῆς καὶ τὴν ἀνασταλεῖσαν, ἄλλως ἡ ποινὴ θεωρεῖται ὡς ἀποτιθεῖσα. Ὡσαύτως τὰ Στρατοδικεῖα δύνανται, ἐπιβάλλοντα ποινὴν φυλακίσεως νὰ μετατρέπουν ταύτην εἰς ποινὴν ἐκτοπίσεως ἰσοχρόνου διαρκείας.
Ἄρθρον 8.
Αἱ ὑπὸ τοῦ παρόντος Νόμου προβλεπόμεναι ποιναὶ ἐπιβάλλονται μόνον ἐφ' ὅσον ἡ πρᾶξις δὲν τιμωρεῖται κατὰ τὰς διατάξεις τῆς ἰσχυούσης Νομοθεσίας διὰ βαρυτέρων ποινῶν.
Ἄρθρον 9.
1. Πὰσα λεπτομέρεια ἀφορῶσα τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ παρόντος Νόμου θέλει ὁρισθῇ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος τῇ προτάσει τῶν Ὑπουργῶν Δικαιοσύνης, Στρατιωτικῶν καὶ Δημοσίας Τάξεως.
Ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος ἄρχεται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεώς του εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ὑποβληθήσεται δὲ εὐθὺς μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς πρὸς κύρωσιν.
Ἐν Ἀθήναις τῇ 27 Δεκεμβρίου 1947.