9/9/26

9η Σεπτεμβρίου 1926: Η ημέρα που η Αθήνα έγινε πεδίο μάχης με πάνω από 400ους νεκρούς και τραυματίες.

https://www.istorikathemata.com


γραφει ο Ιωάννης Δασκαρόλης
Το πρωί της 9ης Σεπτεμβρίου 1926 οι Αθηναίοι ξύπνησαν σε μια πόλη που έμοιαζε να προετοιμάζεται για πόλεμο.

Από τα χαράματα στρατιωτικές περίπολοι κινούνταν στους κεντρικούς δρόμους. Στο Κολωνάκι στήνονταν πρόχειρες θέσεις μάχης. Στρατεύματα είχαν αποκλείσει τις εγκαταστάσεις των Δημοκρατικών Ταγμάτων, ενώ πυροβόλα είχαν ταχθεί στην πλατεία Ρηγίλλης, στο Γουδή και κοντά στο νοσοκομείο Συγγρού. Στρατιωτικά αυτοκίνητα χρησιμοποιούνταν ως οδοφράγματα. Δυνάμεις από τη Χαλκίδα έφθαναν εσπευσμένα στην Αθήνα.

Λίγες ώρες αργότερα, οβίδες των 75 χιλιοστών θα έπλητταν τεθωρακισμένα οχήματα στην περιοχή του Ευαγγελισμού, πολυβόλα θα έβαλλαν μέσα στην πόλη και εκατοντάδες ένοπλοι άνδρες θα συγκρούονταν σε απόσταση λίγων λεπτών από το Σύνταγμα.


Ήταν η κορύφωση μιας από τις βιαιότερες εσωτερικές συγκρούσεις που γνώρισε η Αθήνα του Μεσοπολέμου. Από την πτώση του Πάγκαλου στη νέα κρίση Μόλις λίγες εβδομάδες νωρίτερα είχε καταρρεύσει η δικτατορία του Θεόδωρου Πάγκαλου. 
Στις 22 Αυγούστου 1926 ο στρατηγός Γεώργιος Κονδύλης είχε επικρατήσει με τη βοήθεια, μεταξύ άλλων, των ίδιων των Δημοκρατικών Ταγμάτων. 
Τα Τάγματα αυτά δεν αποτελούσαν συνηθισμένες μονάδες του ελληνικού Στρατού. Ήταν επίλεκτοι, καλά αμειβόμενοι σχηματισμοί, με ισχυρή πολιτική παρουσία και δικούς τους δεσμούς μέσα στο στράτευμα. 
Στην Αθήνα διέθεταν περίπου 1.200 άνδρες και τεθωρακισμένα οχήματα, ενώ διοικούνταν από δύο φιλόδοξους αξιωματικούς: τον Ναπολέοντα Ζέρβα και τον Βασίλειο Ντερτιλή.
Για ένα διάστημα οι δύο διοικητές πίστεψαν ότι, έχοντας συμβάλει αποφασιστικά στην πτώση του Πάγκαλου, θα διατηρούσαν τη θέση τους ως εγγυητές της νέας πολιτικής κατάστασης.
 Η κοινωνία όμως είχε κουραστεί.
 Από το 1922 η Ελλάδα είχε γνωρίσει δικτατορίες, κινήματα, αντικινήματα, στρατιωτικές επεμβάσεις και εκκαθαρίσεις.
 Στο μεγάλο συλλαλητήριο που πραγματοποιήθηκε στο Σύνταγμα μετά την πτώση του Πάγκαλου, το πλήθος δεν ζητούσε μόνο ελεύθερες εκλογές και οικουμενική κυβέρνηση. Ζητούσε επίμονα και τη διάλυση των Δημοκρατικών Ταγμάτων. 
Ανάμεσα στα πολιτικά συνθήματα ακουγόταν και ένα πολύ περισσότερο γήινο: «φτηνό ψωμί». 
Η μεταπολεμική και μεταπροσφυγική Αθήνα ήταν μια πόλη πολιτικής έντασης, αλλά και βαθιάς φτώχειας. 
 Ταυτόχρονα, μεγάλο μέρος του σώματος των αξιωματικών θεωρούσε τα Τάγματα έναν απαράδεκτο στρατό μέσα στον Στρατό. Ο Κονδύλης βρέθηκε έτσι μπροστά σε ένα παράδοξο: οι άνθρωποι που τον είχαν βοηθήσει να φθάσει στην εξουσία είχαν μετατραπεί μέσα σε λίγες ημέρες στο μεγαλύτερο εμπόδιο για τη σταθεροποίησή της. 
 Η παγίδα της 8ης Σεπτεμβρίου Το απόγευμα της 8ης Σεπτεμβρίου ο Κονδύλης υπέγραψε το διάταγμα υπ' αριθ. 21815 για τη διάλυση των Δημοκρατικών Ταγμάτων. 
Η διαταγή περιείχε μια ιδιαίτερα σημαντική πρόβλεψη: οι διοικητές των κυβερνητικών μονάδων μπορούσαν να ανοίξουν πυρ εναντίον τους, εφόσον το θεωρούσαν αναγκαίο, χωρίς να ζητήσουν νέα άδεια. 
 Ακολούθησε μυστική στρατιωτική σύσκεψη που κράτησε μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. 
Η επιχείρηση σχεδιάστηκε σαν κανονική πολεμική ενέργεια. Πεζικό, ιππικό και όλο το διαθέσιμο πεδινό πυροβολικό της Αττικής αναπτύχθηκαν γύρω από τις θέσεις των Ταγμάτων. Πυροβόλα στην πλατεία Ρηγίλλης είχαν αποστολή να εμποδίσουν την κάθοδο των τεθωρακισμένων προς το υπουργείο Στρατιωτικών. 
Άλλα είχαν ήδη σκοπεύσει τα παραπήγματα των Ταγμάτων. 
 Το πρωί της 9ης Σεπτεμβρίου ο Ζέρβας ξύπνησε από έναν δημοσιογράφο που τον ειδοποίησε ότι στρατεύματα κινούνταν στην περιοχή. Ήταν ήδη αργά. 
Στις 8.30 είχε ολοκληρωθεί η περικύκλωση. Σ
τις 9.15 επιδόθηκε στους δύο διοικητές η διαταγή διάλυσης. 
Οι άνδρες τους μπορούσαν είτε να μεταταγούν στη Χωροφυλακή με τις ίδιες αποδοχές είτε να απολυθούν λαμβάνοντας δύο μισθούς. Ζέρβας και Ντερτιλής θα αποστρατεύονταν με τιμητική σύνταξη. Την ίδια ώρα αεροπλάνα πετούσαν πάνω από τα στρατόπεδα ρίχνοντας φυλλάδια. 
Ο ίδιος ο Κονδύλης προειδοποιούσε τους στρατιώτες να μην αντισταθούν, επειδή ήταν περικυκλωμένοι και η αντίσταση θα οδηγούσε σε «λουτρό αίματος». 
Η προειδοποίηση αποδείχθηκε προφητική. 
 10.05: η μοιραία απόφαση 
Για περίπου μία ώρα έγιναν απεγνωσμένες προσπάθειες συμβιβασμού. 
Ο υποστράτηγος Παλαιολόγου, ο ναύαρχος Δεμέστιχας και άλλοι αξιωματικοί προσπάθησαν να πείσουν τον Ζέρβα να μην κινηθεί. 
Ο Κονδύλης δέχθηκε ακόμη και μικρή υποχώρηση των κυβερνητικών δυνάμεων, ώστε να εκτονωθεί η κατάσταση. 
Στο στρατόπεδο όμως η ένταση είχε ξεπεράσει κάθε έλεγχο.
 Όταν ένας λοχίας τόλμησε να προτείνει συνθηκολόγηση, οι άνδρες στράφηκαν εναντίον του και παραλίγο να τον λιντσάρουν. Σύμφωνα με το μεταγενέστερο κατηγορητήριο, ο λοχαγός Παπαδόπουλος απείλησε ακόμη και τον Ζέρβα ότι θα τον έδενε εάν υποχωρούσε. 
 Στις 10.05 ο Ζέρβας πήρε τη μοιραία απόφαση. 
Λίγο πριν είχε δηλώσει στους δημοσιογράφους ότι ο ίδιος και ο Ντερτιλής θα πολεμούσαν «μέχρις εσχάτων». 
Οι άνδρες του, με τις χαρακτηριστικές γαλάζιες στολές τους, παρατάχθηκαν πίσω από τρία τεθωρακισμένα. Ήταν, όπως αποδείχθηκε, η τελευταία παρέλαση του Β΄ Δημοκρατικού Τάγματος. 
Στις 10.10 η φάλαγγα άρχισε να κινείται προς το κέντρο. 
Ο Ζέρβας ήταν έφιππος και τα τεθωρακισμένα προπορεύονταν.
 Ο προορισμός, κατά τον ίδιο αργότερα, ήταν το υπουργείο Στρατιωτικών για να συναντήσει τον Κονδύλη.
 Όμως μια στρατιωτική μονάδα που προχωρούσε με πολυβόλα και τεθωρακισμένα προς το κέντρο της πρωτεύουσας δύσκολα μπορούσε να θεωρηθεί απλή αντιπροσωπεία διαπραγμάτευσης. 
 Η έκρηξη στον Ευαγγελισμό 
Στις 10.20 περίπου, κοντά στη Ριζάρειο και στον Ευαγγελισμό, οι δύο αντίπαλοι σχηματισμοί βρέθηκαν πρόσωπο με πρόσωπο. Κανείς δεν μπόρεσε να αποδείξει με απόλυτη βεβαιότητα στη δίκη που ακολούθησε ποιος έριξε την πρώτη σφαίρα.
 Υπάρχουν όμως ισχυρές μαρτυρίες ότι οι πρώτοι πυροβολισμοί προήλθαν από κυβερνητική μονάδα. Από εκεί και πέρα δεν υπήρχε επιστροφή. 
Ο αντισυνταγματάρχης Τσαγγαρίδης διέταξε γενίκευση του πυρός. Μερικές εκατοντάδες μέτρα μακριά, ένα πυροβόλο των 75 χιλιοστών είχε ήδη σκοπεύσει τα τεθωρακισμένα. 
Η πρώτη οβίδα πέτυχε το προπορευόμενο όχημα. Στο εσωτερικό του υπήρχαν 24 δοχεία βενζίνης. Η έκρηξη ήταν τρομακτική. 
Το τεθωρακισμένο ανατινάχθηκε, και το πλήρωμά του απανθρακώθηκε και διαμελίστηκε. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν ο λοχαγός Ποιητίδης, κουνιάδος του Ζέρβα. 
Δεύτερη οβίδα χτύπησε το επόμενο τεθωρακισμένο.
 Μια τρίτη, με πυρά διασποράς, έπεσε πάνω στην πρώτη διμοιρία του Τάγματος και την έθεσε σχεδόν ολόκληρη εκτός μάχης. 
 Και τότε άνοιξαν πυρ όλες οι γύρω κυβερνητικές θέσεις. 
Οι άνδρες του Ζέρβα έπεσαν στο έδαφος ή κατέλαβαν τα γύρω κτίρια και ανταπέδωσαν από παράθυρα και ταράτσες. 
Το πυροβολικό συνέχισε να βάλει. 
 Οι τραυματίες ούρλιαζαν μπροστά στο μέγαρο Ταμπακόπουλου. Το κτίριο όπου είχε καταφύγει ο Ζέρβας γέμιζε νεκρούς και αιμόφυρτους στρατιώτες. 
Μια οβίδα έπληξε γειτονικό σπίτι και το πυρπόλησε, ενώ άμαχοι έτρεχαν πανικόβλητοι στους δρόμους. 
Λίγο αργότερα εμφανίστηκαν λευκά σεντόνια στα παράθυρα.
 Ο Ζέρβας παραδόθηκε στις 13.00. 
 Ο Ντερτιλής και η «τρελή πορεία» 
Στο άλλο στρατόπεδο ο Ντερτιλής είχε επίσης αρνηθεί να υπακούσει. Όταν του επιδόθηκε η διαταγή, απάντησε ότι η διάλυση του Τάγματός του ισοδυναμούσε με «τον θάνατον της νεαράς Δημοκρατίας». Οι άνδρες του υποσχέθηκαν ότι θα πολεμούσαν «μέχρις ενός». Σύντομα οι θέσεις του δέχθηκαν καταιγισμό οβίδων από το Γουδή και τα Τουρκοβούνια.
 Οι βολές δεν περιορίστηκαν στο στρατόπεδο.
Στην προσφυγική συνοικία του Θων μία οβίδα σκότωσε τον σύζυγο της Καλλινίκης Τσεβλιάδου. Δεύτερη οβίδα απέκοψε το χέρι της ίδιας από τον αγκώνα. Η γυναίκα ήταν πέντε μηνών έγκυος.
 Άλλες οβίδες σκότωσαν περαστικούς κοντά στο Νοσοκομείο Παίδων και κατέστρεψαν σπίτια. 
 Ο Ντερτιλής τότε επιχείρησε μια σχεδόν απίστευτη έξοδο. Μπήκε σε τεθωρακισμένο και κατευθύνθηκε προς το κέντρο της Αθήνας. Το όχημα πέρασε από την Κηφισίας κάτω από εκατοντάδες πυροβολισμούς, κινήθηκε μπροστά από το υπουργείο Στρατιωτικών, συνέχισε προς την Ερμού, την Αιόλου και την Ευριπίδου και τελικά έφθασε κοντά στο Ταχυδρομείο της Ομόνοιας. 
Οι περισσότεροι άνδρες του πληρώματος είχαν στο μεταξύ σκοτωθεί ή τραυματιστεί. 
 Ο Ντερτιλής, τραυματισμένος στην ωμοπλάτη, τηλεφώνησε τελικά στον Κονδύλη και παραδόθηκε. 
 Και τότε εξεγέρθηκε η Αθήνα Η στρατιωτική μάχη όμως ήταν μόνο το πρώτο μέρος της ημέρας. 
Μόλις οι πρώτες οβίδες ακούστηκαν στο κέντρο, οι Αθηναίοι πανικοβλήθηκαν. Τα καταστήματα έκλειναν, το Χρηματιστήριο διέκοψε τη συνεδρίασή του και οι εφημερίδες κυκλοφορούσαν έκτακτα παραρτήματα. Σύντομα η αγωνία μετατράπηκε σε οργή. Χιλιάδες πολίτες κινήθηκαν προς το Σύνταγμα φωνάζοντας:
 «Κάτω τα κινήματα» «Κάτω η στρατοκρατία» «Ζήτω ο λαός» «Οικουμενική». Πολλοί πήραν σανίδες και καδρόνια από οικοδομές. Στρατιώτες και χωροφύλακες ξυλοκοπούνταν και αφοπλίζονταν. 
Στο Σύνταγμα, στην Ομόνοια, στη Σταδίου και στη Χαλκοκονδύλη επικρατούσε χάος. 
Οι διαδηλωτές έφθασαν ακόμη και στο σημείο να καταλάβουν προσωρινά το εγκαταλελειμμένο τεθωρακισμένο του Ντερτιλή, να σκαρφαλώσουν επάνω του και να το περιφέρουν στο κέντρο καλώντας τον κόσμο σε εξέγερση.
 Άλλες ομάδες λεηλάτησαν αποθήκη της Χωροφυλακής και άρπαξαν 31 τυφέκια, 60 περίστροφα και 20.000 φυσίγγια. Ακολούθησαν επιθέσεις στη Γενική Ασφάλεια, στο υπουργείο Ναυτικών και στα υπουργεία Εσωτερικών και Οικονομικών.
 Μια άλλη ομάδα πολιόρκησε την Εθνική Τράπεζα. 
Στο εσωτερικό της, υπάλληλοι και στελέχη περίμεναν με τα λιγοστά όπλα τους, ενώ το πλήθος προσπαθούσε επί μία ώρα να παραβιάσει τις βαριές σιδερένιες πόρτες. 
 Η κυβέρνηση απάντησε με στρατό, ιππικό και τεθωρακισμένα. 
Ο Κονδύλης έριξε από αεροπλάνο προκήρυξη πάνω από την πόλη: «Απαγορεύεται η συγκέντρωσις πολιτών... Οι παραβάται... διατρέχουν κίνδυνον ζωής». 
Μέχρι το απόγευμα ο Στρατός είχε ανακτήσει τον έλεγχο. 
Στη διασταύρωση Πεσμαζόγλου και Πανεπιστημίου είχαν σχηματιστεί λίμνες αίματος. Το πρωί μετά Ο ακριβής αριθμός των θυμάτων δεν εξακριβώθηκε ποτέ. 
Η επίσημη ανακοίνωση ανέφερε μόλις 29 νεκρούς και 75 τραυματίες. Όμως στην ομαδική κηδεία της επομένης ενταφιάστηκαν ήδη 43 στρατιώτες των Δημοκρατικών Ταγμάτων. Άλλες πηγές μιλούσαν για 49, 70 ή 85 νεκρούς. 
Η έρευνα οδηγεί στην εκτίμηση ότι μόνο τα Δημοκρατικά Τάγματα πιθανότατα είχαν περισσότερους από 100 νεκρούς και πάνω από 200 τραυματίες. 
Υπήρχαν επιπλέον απώλειες των κυβερνητικών δυνάμεων και πολίτες νεκροί και τραυματίες. 
 Το πρωί της 10ης Σεπτεμβρίου η περιοχή του Ευαγγελισμού έμοιαζε με πεδίο μάχης. 
Κατεστραμμένα τεθωρακισμένα κάπνιζαν ακόμη.
 Οι προσόψεις των κτιρίων ήταν διάτρητες από σφαίρες. Τα καλώδια του τραμ είχαν πέσει. 
Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι αίματα και συντρίμμια.
 Στα νοσοκομεία συγγενείς αναζητούσαν απεγνωσμένα τους ανθρώπους τους. Από τους νεκρούς των τεθωρακισμένων αρκετοί δεν μπορούσαν καν να αναγνωριστούν. Ίσως αυτή να είναι και η ουσία της 9ης Σεπτεμβρίου. Τα δημοκρατικά τάγματα είχαν μεταβληθεί σε έναν ένοπλο πολιτικό παράγοντα που δεν μπορούσε πλέον να ενσωματωθεί ομαλά στον τακτικό Στρατό.
 Οι διοικητές τους έλαβαν αποφάσεις που οδήγησαν αναπόφευκτα στην καταστροφή. Η κυβέρνηση Κονδύλη, από την άλλη, είχε προετοιμαστεί να τους εξοντώσει με μέσα πραγματικού πολέμου στο κέντρο μιας κατοικημένης ευρωπαϊκής πρωτεύουσας. 
 Όταν όλα τελείωσαν, οι περισσότεροι από εκείνους που πλήρωσαν το τίμημα δεν ήταν οι άνθρωποι που είχαν διαμορφώσει την πολιτική κρίση. Ήταν απλοί στρατιώτες, περαστικοί, πρόσφυγες, εργάτες, παιδιά και γυναίκες.
 Στις 10 Σεπτεμβρίου σαράντα τρία φέρετρα στρατιωτών των Δημοκρατικών Ταγμάτων οδηγήθηκαν στο νεκροταφείο με τις τιμές που προβλέπονταν για άνδρες του ελληνικού Στρατού πεσόντες εν ώρα μάχης. 
Οι ίδιοι άνθρωποι που, μία ημέρα νωρίτερα, είχαν χαρακτηριστεί στασιαστές και είχαν δεχθεί τις οβίδες του ελληνικού πυροβολικού, κηδεύονταν τώρα ως νεκροί στρατιώτες του ελληνικού κράτους. 
Η 9η Σεπτεμβρίου 1926 έκλεισε έτσι, μέσα σε αίμα, έναν πρώτο μεγάλο κύκλο της στρατοκρατίας του Μεσοπολέμου. 
 Και έμεινε ως μία από τις πλέον αιματηρές —και σήμερα σχεδόν λησμονημένες— ημέρες στην ιστορία της Αθήνας. 

 

Πηγή Ιωάννης Β. Δασκαρόλης, Δημοκρατικά Τάγματα – οι πραιτωριανοί της Β΄ Ελληνικής Δημοκρατίας (γ΄ έκδοση), Παπαζήσης, Αθήνα 2025.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου