25/7/20

25 Ιουλίου 1947 . Συμμοριτοπόλεμος. Η επτάωρη μάχη των Γρεβενών. Μεγάλη ήττα των Κομμουνιστοσυμμοριτών.

Στις 3,30 το πρωί, της 25ης Ιουλίου 1947, 11 τάγματα Κομμουνιστοσυμμοριτών υπό τους Γιαννούλη και  Γιώργη Ερυθριάδη, (3500 αντάρτες), προσέβαλαν την πόλη των Γρεβενών. 
Μετά από 7ωρο σκληρό αγώνα αποκρούστηκαν. Από τους δικούς μας υπήρξαν 12 νεκροί. Απώλειες συμμοριτών 196 νεκροί που καταμετρήθηκαν επί του πεδίου της μάχης και 50 συλληφθέντες . 33  παραδόθηκαν.

Η επίθεση Κ/Σ απέβλεπε να περιέλθει η πόλη στην κατοχή τους, για να χρησιμοποιηθεί ως πρωτεύουσα της κομμουνιστικής κυβέρνησης εντός του ελληνικού χώρου, την οποία είχε ανακοινώσει ο Πορφυρογένης, στο Συνέδριο του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος στο Στρασβούργο, στις 27 Ιουνίου. 

Οι επιτυχίες των Κ/Σ στην Ήπειρο στις επιχειρήσεις 13-17 Ιουλίου 1947, είχαν ως αποτέλεσμα να εγκατασταθούν στη Βόρεια Πίνδο ανταρτικά τμήματα, τα οποία μπορούσαν να χρησιμοποιούν την περιοχή ως ορμητήριο για την προσβολή των δυνάμεων του Εθνικού Στρατού . 

Από 18 έως 23 Ιουλίου οι Κ/Σ συγκέντρωσαν το μεγαλύτερο όγκο των δυνάμεών τους στην περιοχή Όρλιακας – Δίστρατο - Δοτσικό, δυτικά και βορειοδυτικά των Γρεβενών. Ταυτόχρονα συνέκλιναν προς τα Γρεβενά από Νότο οι δυνάμεις του Αρχηγείου Χασίων και από Βορρά άλλες που προέρχονταν από το Αρχηγείο Βοΐου - Γράμμου. 

Τις κινήσεις των Κ/Σ είχαν πληροφορηθεί τόσο ο διοικητής της Φρουράς Γρεβενών και διοικητής του 529 Τάγματος Πεζικού, αντισυνταγματάρχης Κωνσταντίνος Πανταζής, όσο και ο διοικητής της ΧV Μεραρχίας στην Κοζάνη, υποστράτηγος (Πυροβολικού) Χρήστος Μαντάς, ο οποίος ζήτησε από τη Στρατιά να του εγκρίνει τη μετακίνηση από τη Φλώρινα, μιας Διλοχίας του 506 Τάγματος της 21ης Ταξιαρχίας για την ενίσχυση της Φρουράς Γρεβενών. 
Το αίτημα εγκρίθηκε και διατάχθηκε η μετακίνηση της Διλοχίας στις 22 Ιουλίου 1947.

 Στα Γρεβενά, υπήρχε μόνο το 529 Τάγμα Πεζικού, μείον ένας λόχος, που ήταν εγκατεστημένος στους Μαυραναίους, και δύο διμοιρίες, που βρίσκονταν στη γέφυρα του Ελευθεροχωρίου στο Βενέτικο ποταμό. 
Εκτός από τη μειωμένη δύναμη του Τάγματος (340 άνδρες), υπήρχαν στην πόλη μια Πυροβολαρχία 25 λιβρών (των 4 πυροβόλων) του 104 Συντάγματος Πυροβολικού, ένας ουλαμός Τεθωρακισμένων (2 τεθωρακισμένα οχήματα) του ΙΙ Συντάγματος Αναγνωρίσεως, 125 χωροφύλακες και 200 περίπου ένοπλοι κάτοικοι της επαρχίας Γρεβενών των αποκαλούμενων Μονάδων Ασφαλείας Διώξεως (ΜΑΔ) και Μονάδων Ασφαλείας Υπαίθρου (ΜΑΥ), οργανωμένοι σε ομάδες και διμοιρίες υπαγόμενες στο 529 ΤΠ. 

Στην πόλη των Γρεβενών ζούσαν τότε 6.000 κάτοικοι και περισσότεροι από 15.000 πρόσφυγες ανταρτόπληκτοι, οι οποίοι πριν από δύο μήνες είχαν εγκαταλείψει τα χωριά τους με διαταγή της κυβέρνησης. 
Και αυτό έγινε για να μην μπορούν οι αντάρτες να προβαίνουν σε βίαιη στρατολόγηση ανδρών, να ανεφοδιάζονται με τρόφιμα από τα χωριά και να συλλέγουν πληροφορίες για τις μετακινήσεις του Στρατού στην ύπαιθρο. 

Στο Σπήλαιο, για παράδειγμα, τον Απρίλιο του 1947 είχαν στρατολογήσει με τη βία περισσότερους από 40 άνδρες ηλικίας 18 έως 30 ετών. Το ίδιο έκαναν και στα άλλα χωριά. Στρατολογούσαν ακόμη και άνδρες που πριν από λίγο είχαν σκοτώσει τους γονείς ή τα αδέλφια τους, όπως τον Προκόπη Παπαευθυμίου και τον Παναγιώτη Βασιλόπουλο από τους Μαυραναίους, των οποίων του μεν πρώτου είχαν σκοτώσει πριν από 40 ημέρες (23 Φεβρουαρίου 1947) τους γονείς και την αδελφή του, του δε δευτέρου τον πατέρα του. Και όχι μόνο τους επιστράτευσαν αλλά στον Παπαευθυμίου έδωσαν οπλοπολυβόλο και τον Βασιλόπουλο τον έκαναν βοηθό οπλοπολυβολητή και τους έφεραν να πολεμήσουν στη μάχη των Γρεβενών, για να σκοτώνουν «κατά ριπάς» τους στρατιώτες του Εθνικού Στρατού. Με την υποχώρηση όμως μετά τη μάχη των ανταρτών προς την Ήπειρο, βρίσκοντας την κατάλληλη ευκαιρία, δραπέτευσαν και οι δύο από τις μονάδες τους.
Αναμνηστική φωτογραφία από τη Μάχη των Γρεβενών. Ο ενωμοτάρχης Χρήστος Ράμμος με το πτώμα του αιμοσταγή Κ/Σ λοχαγού Αλέκου Βίδρα, από το Πολυνέρι, που σκοτώθηκε, κοντά «στη βρύση της Μάνας», υποχωρών και καταδιωκόμενος από την διλοχία του 506 ΤΠ. Τα άρβυλα, τα πήραν από το ξυπόλυτο πτώμα οι σύντροφοι του. Ο Βίδρας, μόλις μπήκε στα Γρεβενα, κατά την επίθεση ,κατευθύνθηκε στο σπίτι που διέμενε ο Κώστας Δ. Σιούλας από το Σπήλαιο, ηλικίας 18 ετών και τον έσφαξε μπροστά στα μάτια της μάνας του, γιατί σε αρχές Μαΐου 1947 είχε εγκαταλείψει τις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού, στον οποίο είχε στρατολογηθεί με τη βία. Ένα άλλο ειδεχθές έγκλημα που είχε διαπράξει ο Βίδρας ήταν η σφαγή με μαχαίρι της Αικατερίνης Κούκκου, στο χωριό Ζιάκα γιατί ο άνδρας της Αθανάσιος Κούκκος, πρόεδρος της Κοινότητας, είχε καταφύγει για λόγους ασφαλείας στα Γρεβενά. 

Την κύρια προσπάθεια για κατάληψη της πόλης θα αναλάμβαναν το 846 Τάγμα του Σπύρου Παπαδημητρίου, από το Πολυνέρι, το 850 Τάγμα του Μπαρμπακίτσου (Χρήστου Τζουμάκη)-Καραμπέρα, το Τάγμα Κατσώνη και το 849 εφεδρικό Τάγμα του Καραφωτιά (Βασίλη Μπατακόγια), από το Περιβόλι, στα οποία δόθηκαν οι παρακάτω αποστολές: 
Το Τάγμα Παπαδημητρίου να επιτεθεί στην πόλη από τη δυτική και νοτιοδυτική πλευρά, δηλαδή από Βαρόσι – Κισλά, να διεισδύσει στην πόλη, με ιδιαίτερη αποστολή την εξόντωση της φρουράς των Ποινικών Φυλακών στο Βαρόσι, την απελευθέρωση των φυλακισμένων και την εξουδετέρωση της Υποδιοίκησης Χωροφυλακής (οικία Πέτρου Παπαθανασίου, πίσω από το ΚΤΕΛ). 
Το Τάγμα Μπαρμπακίτσου να επιτεθεί στην πόλη από τη βόρεια πλευρά (ύψωμα 610), δηλαδή από Αμπέλι Βασιλόπουλου - σπίτι Ζγώνη – Ντορούτ – Οικοτροφείο, με αντικειμενικό σκοπό την εξουδετέρωση των αντιστάσεων στον τομέα του και τη διείσδυση στο εσωτερικό της πόλης, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην εξόντωση της Διοίκησης Χωροφυλακής στο Ντορούτ (οικία Λεωνίδα Νταλού, πίσω από το σημερινό Φαρμακείο Ηλία Ζηκόπουλου).
 To Τάγμα Κατσώνη να επιτεθεί από ανατολικά και νότια, δηλαδή Καλαμίτσι - Αγία Παρασκευή - Ποτάμι (Γρεβενίτης ποταμός) – Γυφτομαχαλάς (στη συνοικία Μεράς), με αντικειμενικό σκοπό την εξόντωση των αντιστάσεων στον τομέα του, με τη διείσδυση στο κέντρο της πόλης και με ιδιαίτερη προσπάθεια την εξόντωση της φρουράς του Γυμνασίου (λόχος έξω από το κτήριο του 1ου Δημοτικού Σχολείου) και την αρπαγή των πυροβόλων της Πυροβολαρχίας ή την καταστροφή τους, την εξόντωση της φρουράς των Φυλακών (αποθήκη Λαδά, εκεί που είναι σήμερα το ΚΤΕΛ), για απελευθέρωση των κρατουμένων, και της φρουράς του Ξενοδοχείου Αίγλη (Βάιου), όπου ήταν ο Σταθμός Διοικήσεως του 529 Τάγματος. Το Τάγμα Καραφωτιά ως εφεδρεία, να έχει δύο λόχους προς την Κυρακαλή και τον τρίτο λόχο προς Σύδενδρο - Αμυγδαλιές, με ετοιμότητα να επέμβει στον αγώνα, ύστερα από διαταγή.
 Η διεύθυνση της όλης επιχείρησης ανατέθηκε στο διοικητή του Αρχηγείου Βοΐου-Γράμμου Γεώργιο Γιαννούλη, από το Επταχώρι Καστοριάς, με Σταθμό Διοικήσεως στον  τον Άγιο Δημήτριο Μεγάλου Σειρηνίου (3 χλμ. ΒΔ Γρεβενών). 
Η διοίκηση των τμημάτων που θα δρούσαν στην περιοχή Χασίων (Τάγμα Παλαιολόγου και λόχος Ζώη), καθώς και το Τάγμα Κατσώνη που θα έκανε επίθεση από νότια και ανατολικά της πόλης, είχε ανατεθεί στον Υψηλάντη (Αλέκο Ρόσιο), με ΣΔ στη θέση Τριβιά, νότια των Γρεβενών. 
Η διοίκηση των 846 (Παπαδημητρίου), 849 (Μπατακόγια) και 850 (Μπαρμπακίτσου) Ταγμάτων, που θα έκαναν επίθεση από δυτικά - νοτιοδυτικά και βόρεια της πόλης, είχε ανατεθεί στο δάσκαλο από το Ζιάκα , Χείμαρρο (ή Βασίλη Γκανάτσιο), στον οποίο επίσης είχε δοθεί η επιπρόσθετη εντολή να έχει και τη γενική εποπτεία όλων των δυνάμεων που θα ενεργούσαν στην πόλη των Γρεβενών. 
Ώρα έναρξης της επίθεσης ορίστηκε η 3η πρωινή της 25 Ιουλίου 1947, προκειμένου να ολοκληρωθεί η κατάληψη των αντικειμενικών σκοπών, πριν ξημερώσει, για να μην μπορεί ο Στρατός να υποστηριχθεί από το Πυροβολικό και την αεροπορία, επειδή ήταν νύχτα και δεν θα υπήρχε ορατότητα προσβολής των στόχων.
Η αμυντική διάταξη της Φρουράς Γρεβενών ήταν η εξής: 

Ο Σταθμός Διοικήσεως του διοικητή του 529 Τάγματος, αντισυνταγματάρχη Κωνσταντίνου Πανταζή ήταν στο Ξενοδοχείο «Αίγλη» στην κεντρική πλατεία. 
Στα βόρεια και ΒΑ υψώματα της πόλης (Αμπέλι Βασιλόπουλου και ύψωμα 610, ήταν ταγμένος ο 3ος Λόχος του 529 Τάγματος, με διοικητή το λοχαγό Βασίλειο Τσάρα. Στα νότια υψώματα της πόλης υπήρχαν τρία φυλάκια επανδρωμένα και αυτά από τον 3ο Λόχο, με διμοιρίτη τον έφεδρο ανθυπολοχαγό Κωνσταντίνο Παπακωνσταντίνου και συνολική δύναμη 30 περίπου ανδρών. 
Στο ύψωμα του Προφήτη Ηλία υπήρχε το προωθημένο φυλάκιο Σημαίας) του ίδιου Λόχου, με αρχιφύλακα τον έφεδρο λοχία Ανδρέα Βλάρα και δύναμη 8 στρατιωτών. 
Στο Οικοτροφείο είχε εγκατασταθεί ο διοικητής του 4ου Λόχου . λοχαγός Θεμιστοκλής Λάιος μόνο με τη 2η διμοιρία, καθώς οι άλλες δύο διμοιρίες του λόχου βρίσκονταν στο Βενέτικο ποταμό για τη φύλαξη της γέφυρας του Ελευθεροχωρίου. 
Στο ύψωμα του Κισλά είχε εγκατασταθεί ο Διοικητής της Διλοχίας του 506 Τάγματος ταγματάρχης Πέτρος Θώμογλου με το 2/506 Λόχο.
 Οι 2ος Λόχος του 529 Τάγματος με διοικητή το λοχαγό Χαρίλαο Νάκα και ο 4ος Λόχος της Διλοχίας του 506 Τάγματος με διοικητή τον ταγματάρχη Ανάργυρο Μπάλλα παρέμειναν ως εφεδρεία του διοικητή. 
Ο 2ος Λόχος, με την εκδήλωση της επίθεσης, είχε καταλάβει θέσεις στο ανατολικό τμήμα της πόλης (από το Νοσοκομείο μέχρι το ποτάμι), ενώ ο 4ος Λόχος της Διλοχίας στο χώρο του Γυμνασίου (το σημερινό 1ο Δημοτικό Σχολείο). Μεταξύ Γυμνασίου και γέφυρας Γρεβενίτη ήταν ταγμένη η Πυροβολαρχία. 

Στη δυτική και νοτιοδυτική πλευρά της πόλης (περιοχή Μύλου Μπούσιου - Κισλάς- Βαρόσι) υπήρχαν έξι φυλάκια της Χωροφυλακής με συνολική δύναμη 53 χωροφυλάκων, ενισχυμένα και με 30 οπλίτες των ΜΑΔ - ΜΑΥ. 

Εκτός από αυτά η Χωροφυλακή είχε αναπτύξει μέσα στην πόλη και τις εξής φρουρές: Κτήριο Διοίκηση Χωροφυλακής (οικία Νταλού): 19 άνδρες, υπό τη διοίκηση του διοικητή της Υποδιοικήσεως Χωροφυλακής μοιράρχου Νικολάου Κωστάκη. Διοικητής της Διοικήσεως Χωροφυλακής Γρεβενών ήταν ο ταγματάρχης Κωνσταντίνος Φλώκος. Κτήριο Αστυνομικού Τμήματος (οικία Παπαθανασίου): 8 άνδρες, με επικεφαλής τον ενωμοτάρχη Χρήστο Ράμμο. Ποινικές Φυλακές Βαροσίου: 13 άνδρες, με επικεφαλής τον έφεδρο υπολοχαγό Θωμά Νατσούλη. Ηλεκτρικό Εργοστάσιο, δίπλα στο παρεκκλήσι του Αγίου Αχιλλίου: 9 χωροφύλακες με αποστολή τη φύλαξη του εργοστασίου. 

 Στις 03:30 πμ της 25ης Ιουλίου 1947 ακούστηκαν οι πρώτοι πυροβολισμοί από το ύψωμα 610. 
Οι Κ/Σ με πυκνά πυρά άρχισαν να προσβάλουν τα φυλάκια, χρησιμοποιώντας πολυβόλα, οπλοπολυβόλα, όλμους και αυτόματα όπλα από πολύ κοντινή απόσταση. Η μάχη έλαβε μεγάλη σφοδρότητα, στο ύψωμα 610 και στο Βαρόσι. 

Την 04:20 ώρα ο στρατιωτικός διοικητής πληροφορήθηκε ότι τα φυλάκια της Χωροφυλακής στο Βαρόσι υποχώρησαν και οι άνδρες συμπτύχθηκαν προς τη φρουρά των Ποινικών Φυλακών, όπου συνέχισαν να μάχονται μαζί με την υπόλοιπη φρουρά. Αμέσως διατάχθηκε ο διοικητής της Διλοχίας ταγματάρχης Θώμογλου, ο οποίος ήταν εγκατεστημένος στον Κισλά με τον 2/506 Λόχο, να παραλάβει και τον εφεδρικό 4/506 Λόχο της δικής του Διλοχίας από το χώρο του Γυμνασίου και να ενεργήσει χωρίς χρονοτριβή «θυελλώδη» αντεπίθεση, καταλαμβάνοντας το Βαρόσι και το ύψωμα που βρίσκεται 350 περίπου μέτρα βορειοδυτικά της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου (σήμερα υπάρχουν πάνω σ’ αυτό δύο μεγάλες δεξαμενές νερού), προτού εγκατασταθούν σ’ αυτό οι αντάρτες. 

Με την πρώτη κρούση, ένα πολυάριθμο τμήμα ανταρτών του Τάγματος Μπαρμπακίτσου (850 Τάγμα) κατόρθωσε να διεισδύσει απαρατήρητο από τον κενό χώρο μεταξύ δύο βορείων φυλακίων και να κατευθυνθεί προς το οίκημα της Διοίκησης Χωροφυλακής, με σκοπό να εξοντώσει το διοικητή και την υπάρχουσα εκεί φρουρά και στη συνέχεια να προχωρήσει προς το κέντρο της πόλης.

 Η ομάδα του Στρατού, όταν αντιλήφθηκε τον όγκο των ανταρτών, για να αποφύγει κυκλωτική ενέργεια, συμπτύχθηκε προς τις θέσεις των ανδρών της χωροφυλακής και από εκεί όλοι μαζί αντιμετώπισαν με επιτυχία την εχθρική επίθεση. 

Στο Βαρόσι είχε εισέλθει ο Λόχος του Αλεξάνδρου Βίδρα από το Πολυνέρι, του Τάγματος Παπαδημητρίου. 

Ο Βίδρας, μόλις εισήλθε, κατευθύνθηκε στο σπίτι που διέμενε ο Κώστας Δ. Σιούλας από το Σπήλαιο, ηλικίας 18 ετών και τον έσφαξε μπροστά στα μάτια της μάνας του, γιατί πριν από λίγο καιρό (αρχές Μαΐου) είχε εγκαταλείψει τις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού, στον οποίο είχε στρατολογηθεί με τη βία. 
Ένα άλλο ειδεχθές έγκλημα που είχε διαπράξει ο Βίδρας πριν λίγο καιρό στο χωριό Ζιάκα ήταν η σφαγή με μαχαίρι της Αικατερίνης Κούκκου, γιατί ο άνδρας της Αθανάσιος Κούκκος, πρόεδρος της Κοινότητας, είχε καταφύγει για λόγους ασφαλείας στα Γρεβενά. 

Η Διλοχία αντεπετέθη αμέσως, απώθησε τους αντάρτες από το Βαρόσι και ανακατέλαβε το ζωτικής σημασίας ύψωμα δυτικά αυτού, πριν εδραιωθούν σ’ αυτό οι αντάρτες.

 Ακολούθησε καταδίωξη του εχθρού προς τον Έλατο, το Δοξαρά και την Κυρακαλή από τα τμήματα του Στρατού και στη συνέχεια, με το φως της ημέρας, της αεροπορίας. 

Στην καταδίωξη αυτή σκοτώθηκε ο Βίδρας κοντά στη βρύση της Μάνας. 
Στα βόρεια υψώματα της πόλης (ύψωμα 610) υπήρχαν στην πρώτη γραμμή τέσσερα φυλάκια της 1ης Διμοιρίας του 3ου Λόχου του 529 Τάγματος με συνολική δύναμη 40 οπλιτών και διοικητή τον υπολοχαγό Βασίλειο Κατσικόπουλο. 
Στις 03:30 ώρα η Διμοιρία δέχθηκε ισχυρότατη πίεση από πολυάριθμες εχθρικές δυνάμεις, που είχαν προωθηθεί μέχρι τα συρματοπλέγματα. 
Οι άνδρες των φυλακίων, με ηρωισμό και αυταπάρνηση, συνέτριψαν όλες τις επιθέσεις και προξένησαν στους αντάρτες σοβαρές απώλειες, αφού καταμετρήθηκαν μπροστά από τις θέσεις τους 12 νεκροί. 
Μεταξύ των νεκρών ήταν και η καπετάνισσα του 1ου Λόχου του Τάγματος Μπαρμπακίτσου, Κατίνα Βουνοτρυπίδου, η οποία, μαχόμενη στην πρώτη γραμμή, φώναζε μέσα στη νύχτα «παραδώσου, φασίστα, και σ’ έφαγα».

 Όταν περί την 06:00 ώρα διατάχθηκε η αντεπίθεση του 3ου Λόχου, 
ο υπολοχαγός Κατσικόπουλος εξόρμησε με τους άνδρες των φυλακίων και την εφεδρική διμοιρία του Λόχου και καταδίωξε τους αντάρτες προς τον Άγιο Δημήτριο και Μεγάλο Σειρήνι, επιφέροντας σ’ αυτούς και άλλες απώλειες σε νεκρούς, τραυματίες, αιχμαλώτους και πολεμικό υλικό, που εγκαταλείφθηκε επί τόπου. 
Οι απώλειες των ανταρτών από την καταδίωξη αυτή ανήλθαν σε 15 νεκρούς και 16 αιχμαλώτους. Την αντεπίθεση των τμημάτων της βόρειας πλευράς υποστήριξε αποτελεσματικά η Πυροβολαρχία, με παρατηρητήριο στο ύψωμα 610, και από τις 06:15 ώρα η Πολεμική Αεροπορία. 
Στο Οικοτροφείο ο διοικητής του 4ου Λόχου του 529 Τάγματος, λοχαγός Λάιος Θεμιστοκλής, με την ομάδα διοικήσεως του λόχου και τη 2η Διμοιρία που είχε στη διάθεσή του, κατόρθωσε με επιτυχία να απωθήσει επίθεση λόχου ανταρτών. 

Η κατάσταση στη βόρεια πλευρά της πόλης, όπου έγινε και η ισχυρότερη κρούση, είχε αποσαφηνιστεί μέχρι την 06:30 ώρα με πλήρη συντριβή του 850 Τάγματος των ανταρτών, το οποίο άφησε στο πεδίο της μάχης 86 νεκρούς. 

Στο ανατολικό τμήμα της πόλης ο εφεδρικός 2ος Λόχος του 529 Τάγματος, με διοικητή το λοχαγό Χαρίλαο Νάκκα με την έναρξη της επίθεσης, απαγόρευσε στους αντάρτες του Τάγματος Κατσώνη να διεισδύσουν στην πόλη από τον πεδινό διάδρομο που σχηματίζεται μεταξύ υψώματος Οικοτροφείου και Γρεβενίτη ποταμού. 

Στις 05:15 ώρα έλαβε εντολή να αντεπιτεθεί προς τα ΒΑ υψώματα της πόλης (αμπέλι Βασιλόπουλου και ανατολικότερα) μαζί με τη διμοιρία του 4ου Λόχου. 
Η αντεπίθεση αυτή, σύμφωνα με την έκθεση του στρατιωτικού διοικητή, «υπήρξε θυελλώδης και ανωτέρα πάσης περιγραφής. 
«Είδον αξιωματικούς και στρατιώτας να ορμούν ακάθεκτοι κατά των συμμοριτών, να τους ανατρέπουν εκ του πρώτου υψώματος προς την βορείαν χαράδραν και να τους καταδιώκουν απηνώς, άλλους φονεύοντες και άλλους συλλαμβάνοντες μετά του οπλισμού των». 

Το Τάγμα Κατσώνη που είχε αποστολή να επιτεθεί κατά των ανατολικών και νοτιοδυτικών παρυφών της πόλης, δεν έφθασε έγκαιρα στον προορισμό του, με αποτέλεσμα η επίθεσή του να εκδηλωθεί αργά, την 04:30 ώρα, εναντίον των φυλακίων της Αγίας Παρασκευής και του φυλακίου του Προφήτη Ηλία. 
Τα φυλάκια αντιμετώπισαν αποτελεσματικά την εχθρική εισβολή και καταδίωξαν το Τάγμα Κατσώνη προς Νότο.

 Στη δυτική πλευρά της πόλης στις 04:00 ώρα την ισχυρότερη επίθεση δέχθηκε από Λόχο του Τάγματος Καραφωτιά (Μπατακόγια) το φυλάκιο Μπούσιου, το οποίο κατόρθωσε να ανακόψει την επιθετική ορμή των ανταρτών και να αποκρούσει με επιτυχία τις επανειλημμένες εφόδους του εχθρικού τμήματος. Ένα τεθωρακισμένο όχημα μετά την 05:00 ώρα, που υπήρχε ορατότητα, υποστήριξε το φυλάκιο με πυρά. 
Όταν διατάχθηκε αντεπίθεση, καταδίωξε τους αντάρτες προς την Κυρακαλή, προξενώντας σ’ αυτούς απώλειες . 

Το Φυλάκιο που βρισκόταν σε προχωρημένη θέση δυτικά του υψώματος Κισλά (Γκόγκα αμπέλι) και ήταν επανδρωμένο με 10 οπλίτες της χωροφυλακής, στις 03:30 ώρα δέχθηκε την επίθεση του 2/846 Λόχου των ανταρτών, διοικητής του οποίου ήταν ο Σλαβομακεδόνας Αθανάσιος Γκίζας, από τον Πολυπόταμο Φλώρινας. 

Μπροστά από τα χαρακώματα υπήρχε συρματόπλεγμα, που αποτελούσε κώλυμα για τον επιτιθέμενο. Ο Λόχος του Γκίζα περικύκλωσε το φυλάκιο και άρχισε με καταιγιστικά πυρά να βάλλει από όλες τις πλευρές.
 Μερικοί αντάρτες κατόρθωσαν να κόψουν το συρματόπλεγμα και να ανοίξουν διάδρομο. Ο λοχαγός Γκίζας προσπάθησε να περάσει το διάδρομο, αλλά δέχθηκε ριπή αυτομάτου όπλου και έπεσε νεκρός. 
Η Πυροβολαρχία με παρατηρητή το διοικητή της λοχαγό Θεοφάνη Μουρίκη υποστήριξε με πυρά τα μαχόμενα τμήματα αρχικά κατά την αντεπίθεση που έκαναν προς τα βόρεια υψώματα της πόλης και την καταδίωξη προς το Μεγάλο Σειρήνι και έπειτα τα τμήματα Στρατού που καταδίωκαν τους αντάρτες του Τάγματος Κατσώνη προς Νότο από το ύψωμα του Προφήτη Ηλία. 
Η αεροπορία, εξορμούσε από το αεροδρόμιο της Κοζάνης με αεροσκάφη διώξεως-βομβαρδισμού Spitfire, που έφθασαν πάνω από τα Γρεβενά στις 06:15 ώρα και με δεδομένο ότι οι στόχοι ήταν ευδιάκριτοι, γιατί το έδαφος ήταν χέρσο, άρχισαν να σφυροκοπούν τους αντάρτες, οι οποίοι έτρεχαν να σωθούν στις μικρές χαραδρώσεις προς τα νότια και δυτικά της πόλης. 
Η αεροπορική υποστήριξη ήταν συνεχής καθ’ όλη τη διάρκεια του αγώνα.
Η Φρουρά Γρεβενών είχε συνολικά 11 νεκρούς, από τους οποίους 5 του Στρατού, 3 της Χωροφυλακής και 3 ΜΑΥ-ΜΑΔ από την επαρχία Γρεβενών. 

Από τους Κ/Σ ο στρατός μάζεψε 146 νεκρούς, από τους οποίους 8 αντάρτισσες. Επιπλέον βρέθηκαν τις επόμενες ημέρες από χωρικούς και 50 νεκροί στη δασωμένη περιοχή που περικλείεται μεταξύ των χωριών Έλατος – Οροπέδιο – Σύδενδρο - Μεγάλο Σειρήνι και Κυρακαλή, οι περισσότεροι από τους οποίους φονεύτηκαν από την αεροπορία. 

Οι αντάρτες παρέλαβαν μαζί τους και άγνωστο αριθμό νεκρών, όπως συνάγεται από την έκθεση Γιαννούλη, που αναφέρει ότι στον τομέα του 850 Τάγματος (βόρεια υψώματα) «προσανατόλισε μέρος της εφεδρείας και βοήθησε αποτελεσματικά στην υποχώρηση των τμημάτων, στη μεταφορά τραυματιών και νεκρών». 

Στις παραπάνω απώλειες δεν υπολογίζονται οι τραυματίες που παραλήφθηκαν κατά την οπισθοχώρηση και μεταφέρθηκαν στους Φιλιππαίους και Σαμαρίνα.
 Ο γιατρός Νώντας Σακελλαρίου, που βρισκόταν στο Σταθμό Διοικήσεως του Γιαννούλη, αναφέρει ότι διακομίστηκαν στους Φιλιππαίους 115 τραυματίες, 
οι οποίοι στη συνέχεια μεταφέρθηκαν στη Σαμαρίνα. 
Αιχμάλωτοι: 50 από τους οποίους 12 αντάρτισσες. 
Παραδόθηκαν αυθόρμητα την επομένη της μάχης άλλοι 33 αντάρτες. 


Το Γενικό Αρχηγείο του Δημοκρατικού Στρατού στην έκθεσή του, για λόγους εντυπώσεων και παραπλάνησης της κοινής γνώμης, ανέφερε ότι οι απώλειες της Φρουράς Γρεβενών ήταν 298 νεκροί, 93 τραυματίες και 6 αιχμάλωτοι και ότι οι απώλειες των ανταρτών σε νεκρούς και τραυματίες ήταν γύρω στους 200.


Η ενέργεια  για κατάληψη της πόλης των Γρεβενών αποτελεί σταθμό στην ιστορία του Συμμοριτοπόλεμου . Για πρώτη φορά, από την προσβολή του Λιτοχώρου στις 30 Μαρτίου 1946, συγκεντρώθηκε τόσο μεγάλος όγκος ανταρτικών δυνάμεων  για κοινή δράση, και αντικειμενικός σκοπός την  κατάληψη και διατήρηση ενός σημαντικού κατοικημένου τόπου.


Σύμφωνα με την εκτίμηση του Γενικού Επιτελείου Στρατού (ΓΕΣ) από στρατιωτικής πλευράς, η συντριβή των κομμουνιστών στα Γρεβενά αποτέλεσε εξαιρετικής σημασίας γεγονός για τον Εθνικό Στρατό, γιατί ήταν η πρώτη μεγάλη νίκη από την έναρξη του  αγώνα.

ΥΓ. Για την περιγραφή της μάχης αντέγραψα τον υποστράτηγο ε.α. Χρήστο Δ. Βήττο