6/4/24

Κυριακή 6η Απριλίου 1941. Η ταυτόχρονη επίθεση της Γερμανίας κατά της Ελλάδος και της Γιουγκοσλαβίας. Η Μάχη των Οχυρών

Η Κυριακή 6η Απριλίου 1941, 
ήταν η 160η μέρα του πολέμου, για την Ελλάδα. 
Η (Ναζιστική) Γερμανία επιτέθηκε ταυτόχρονα στην Ελλάδα και τη Γιουγκοσλαβία. 

Η επίθεση στην Γιουγκοσλαβία είχε την κωδική ονομασία «Επιχείρηση Αντίποινα» (γερμανικά: Unternehmen Strafgericht). Το «αντίποινα» αφορούσε  το πραξικόπημα των Άγγλων πρακτόρων της 27ης Μαρτίου που ανέτρεψε την κυβέρνηση που είχε υπογράψει το Τριμερές Σύμφωνο

 Οι ρουφιάνοι των Άγγλων και οι «Ιστορικοί» της «πλάκας» που αντιγράφουν ο ένας τον άλλον, και ακολουθούν τον Παπάγο το Βασιλιά και την αγγλική προπαγάνδα και συμφωνούν ότι η επίθεση της «ναζιστικής Γερμανίας», «κατά της χώρας μας», «εκδηλώθηκε στα οχυρά της Θράκης και της Ανατολικής Μακεδονίας 45 λεπτά πριν από την προβλεπόμενη, σύμφωνα με τη γερμανική διακοίνωση που είχε επιδοθεί νωρίτερα στον πρωθυπουργό Αλέξανδρο Κορυζή από τον Γερμανό πρεσβευτή στην Αθήνα » . 

 Η αλήθεια είναι οτι η γερμανική επίθεση , εκδηλώθηκε με 15 λεπτά καθυστέρηση, διότι οι διαταγές είχαν εκδοθεί σύμφωνα με τη «θερινή ώρα Βερολίνου». 

Στις 5.15 π.μ., άρχισε η μάχη των Οχυρών. 


H γερμανική επίθεση εκδηλώθηκε κατά των Ελληνικών προφυλακών στα υψώματα Καλέ Μπαιρ και Ντεμίρ Καπού του Μπέλες και επεκτάθηκε σε όλο το μέτωπο, από το Τριεθνές μέχρι βόρεια της Κομοτηνής.
 

 75 λεπτά αργότερα, στις 6:30 το πρωί η Λουφτβάφε, χωρίς προηγούμενη κήρυξη πολέμου, εξαπέλυσε την επιχείρηση «Unternehmen Strafgericht» και ισοπέδωσε το Βελιγράδι. 

 Τα θύματα , δεν τα μέτρησε κανείς . 

Υπολογίζονται από 2.271 που ανέσυραν οι «αρχές» από τα χαλάσματα στο Κέντρο του Βελιγραδίου, μέχρι τις 4.000 ή και τις 12.000.

Άλλοι μιλούν για 17.000 πτώματα και άλλοι για 24.000 θύματα μαζί με τους τραυματίες που πέθαναν.

 Κανείς, από το τότε Γιουγκοσλαβικό  «Κράτος»,  δεν μάζεψε τους νεκρούς στις γειτονιές.

Οι Άγγλοι πράκτορες που εκαναν το πραξικόπημα της 27ης Μαρτίου   το έβαλαν στο πόδια και πήγαν στο Λονδίνο μέσω Τατοίου . 

Από τον βομβαρδισμό καταστράφηκαν ολοσχερώς και γκρεμίστηκαν 627 κτίρια ενώ 1.601 κτίρια υπέστησαν μεγάλες ζημιές, και 6.829 είχαν μικρότερες. 

Τότε, κάηκε και η Βιβλιοθήκη του Βελιγραδίου και χάθηκαν όλα τα Μεσαιωνικά της χειρόγραφα, αλλά, μπορεί να  την ανατίναξε η SoE. 

Ο στρατάρχης φον Κλάιστ , στη δίκη του, μετά τον πόλεμο, δήλωσε ότι «η αεροπορική επίθεση στο Βελιγράδι το 1941 είχε πρωτίστως πολιτικό χαρακτήρα και δεν είχε τίποτα να κάνει με τον πόλεμο». 

 Εκτός από το Βελιγράδι. βομβαρδίστηκαν η Νις, το Λέσκοβατς, το Κράγκουγιεβατς το Νόβι Σαντ, το Σεράγεβο, το Μόσταρ, και η Μπάνια Λούκα.

 Σε απάντηση , η Γιουγκοσλαβική αεροπορία βομβάρδισε τη βιομηχανική συνοικία της Σόφιας και το Κουστεντίλ .

Στη Σόφια σκοτώθηκαν 8 και στο Κουστεντίλ 67. 

 Την ίδια ημέρα ο αρχηγός των πραξικοπηματιών και πράκτορας της SoE Σίμοβιτς, «είχε χαρές». Πάντρεψε την κόρη του. 

Οι «πατριώτες» της SOE , στασίασαν στην Κροατία και υποδέχθηκαν με πανηγύρια τους Γερμανούς στο Ζάγκρεμπ. 

 Οι πράκτορες στο Βελιγράδι το έβαλαν στα πόδια.

Πήγαν στο Μαυροβούνιο, μαζί με τον ανήλικο Πέτρο Β ' και άφησαν πίσω τους τον στρατηγό Ντανίλο Καλαφάτοβιτς για να υπογράψει την παράδοση. 

 Ο ιταλικός στρατός, υπό τον στρατηγό Αμπρόζιο, που είχε συγκεντρωθεί κατά μήκος των χερσαίων συνόρων της Ιταλίας με την Γιουγκοσλαβία, εισέβαλε στην Ίστρια και στην ακτή της Σλοβενίας, ενώ το 9ο Σώμα επιτέθηκε από την Αλβανία. 

 Η Γιουγκοσλαβική 9η Μεραρχία που θα κάλυπτε την κοιλάδα του Στρυμόνα δεν πρόλαβε καν να επιστρατευτεί.

 Η διαταγή μετακίνησης δόθηκε το πρωί της 6ης Απριλίου και οι μονάδες βρέθηκαν εκτεθειμένες στις επιθέσεις των Στούκας και διαλύθηκαν.

 Οι Γερμανοί μπήκαν στα Σκόπια στις 7 Απριλίου.

 Στην Αθήνα,  ο Γεώργιος που ήδη είχε έτοιμες τις βαλίτσες του, έβγαλε ανακοίνωση και υποσχόταν νίκη, και ζητούσε από τους Έλληνες «αγώνα μέχρις εσχάτων», και μίλαγε για τα ελληνικό αίμα που χυνόταν. (υπέρ του Λονδίνου).

«Έλληνες! Νέος εχθρός προσέβαλε σήμερον την πρωίαν την τιμήν της πατρίδος μας. Χωρίς καμμίαν προειδοποίησιν, την ιδίαν στιγμήν κατά τήν οποίαν έπεδίδετο άπό τήν γερμανικήν Κυβέρνησιν εις τήν έλληνικήν εν έγγραφον άναγγέλλον άπλώς τήν ένέργειά της, τά γερμανικά στρατεύματα εκτύπησαν τα σύνορά μας. Ό ήρωικός μας στρατός, φρουρός ακοίμητος του ιερού μας έδάφους, το προασπίζει ήδη διά του αίματος του. Έλληνες, ο ελληνικός λαός, ο όποιος απέδειξεν ήδη εις τον κόσμον ότι θέτει υπέρ παν άλλο τήν τιμήν, θά τήν ύπερασπισθή και έναντι τού νέου έχθρού μέχρις έσχάτων. Η Ελλάς, ή τόσον μικρά τήν οποίαν προσβάλλει σήμερον μία ακόμη αυτοκρατορία είναι ταυτοχρόνως τόσον μεγάλη, ώστε να μη δύναται νά επιτρέψει εις κανένα να την θίξη. Ό άγών μας θά είναι σκληρός, τραχύς, άμείλικτος. Δέν θά όρρωδήσωμεν προ ούδενός πόνου, δέν θά σταματήσωμεν προ ούδεμιάς θυσίας. Άλλ' ή νίκη μας άναμένει εις τό τέρμα τοΰ δρόμου μας διά νά στεφανώση μίαν άκόμη και όριστικήν φοράν τήν Ελλάδα. Εις τό πλευρόν μας ίστανται πανίσχυροι σύμμαχοι, ή Βρεταννική Αύτοκρατορία με τήν άκατάβλητον θέλησίν της και αί 'Ηνωμέναι Πολιτείαι τής Αμερικής μέ τούς άνεξαντλήτους πόρους των. Εις τό πεδίον τής μάχης άγωνιζόμεθα άγκώνα προς άγκώνα μέ τούς άδελφούς μας Νοτιοσλάβους, οι όποιοι χύνουν και αύτοί μαζί μας τό αίμά των διά τήν σωτηρίαν ολοκλήρου τής Βαλκανικής και τής άνθρωπότητος. Θά νικήσωμεν! Μέ τήν βοήθειαν τοΰ Θεού και τήν εύλογίαν τής Παναγίας θά νικήσωμεν. Ή ιστορία τών έθνών θά γράψη άκόμη μίαν φοράν ότι ή χώρα τήν οποίαν λαμπρύνει ό Μαραθών και ή Σαλαμίς δέν ύποκύπτει, δέν κάμπεται, δέν παραδίδεται. Ολοι μαζί, Έλληνες, άνδρες, γυναίκες, παιδιά, ύψώσατε τό άνάστημα σας, σφίξατε τούς γρόνθους σας και σταθήτε εις τό πλευρόν μου, προασπισταί τής έλληνικής πατρίδος, τής χθεσινής, τής σημερινής και τής αύριανής, αντάξιοι τών προγόνων σας, παραδείγματα εις τους έπιγόνους σας, πρόμαχοι τής ελευθερίας, τής βγαλμένης άπό τά κόκκαλα τών Ελλήνων τά ιερά. Εμπρός τέκνα τής Ελλάδος εις τον ύπέρ πάντων αγώνα! »


 Στο τέλος της ημέρας, ο Παπάγος ως «ΓΕΝΙΚΟ ΣΤΡΑΤΗΓΕΙΟ» έβγαλε ένα «κλαψιάρικο» «Ανακοινωθέν» που έλεγε:

 «Ισχυραί γερμανικαί δυνάμεις, εφωδιασμέναι με τα πλέον σύγχρονα πολεμικά μέσα, με υποστήριξιν άρμάτων, άφθονου βαρέος πυροβολικού και πολυαρίθμου άεροπορίας, προσέβαλον άπό τής πρωίας τής σήμερον έπανειλημμένως τάς θέσεις μας, ών άμύνονται μόνον έλληνικαί δυνάμεις λίαν περιωρισμέναι. Καθ' όλην τήν ήμέραν διεξήχθη σφοδρότατος αγών εις τάς κυριωτέρας ζώνας τής παραμεθορίου προς Βουλγαρίαν περιοχής, ιδιαιτέρως εις τήν περιοχήν Μπέλες και τήν κοιλάδα τού Στρυμόνος. Αί δυνάμεις μας, αί διατεθειμέναι έπί τού μετώπου τούτου, με τά περιωρισμένα μέσα των, διεξήγαγον σκληρότατον άγώνα κατά τού είσβολέως και ή μικρά έλληνική άεροπορία, όση ήδυνήθη νά διατεθή έκ τού προς Ίταλίαν μετώπου συνέδραμε μέ αύτοθυσίαν τον άγώνα τών ήρωϊκών στρατευμάτων της. Τά οχυρά μας, παρά τον σφοδρότατον διά τού πυροβολικού και άπό άέρος δι' άεροπορίας κατακορύφου έφορμήσεως βομβαρδισμόν, άντεστησαν πλήν ενός, όπερ ύποστάν ιδιαιτέρως ίσχυράν έχθρικήν προσβολήν υπέκυψε. Δέκα έχθρικά άρματα κατεστράφησαν υπό τού πυροβολικού μας και τών άντιαρματικών μας μέσων. Πέντε έως εξ έχθρικά άεροπλάνα κατερρίφθησαν υπό τής άεροπορίας μας και τών άντιαεροπορικών μας πυροβόλων. Συνελάβομεν αιχμαλώτους. Περιοχαί τίνες τού έχθρικού έδάφους, διά λόγους έπιχειρήσεων και προς άποφυγήν άνωφελών θυσιών, έξεκενώθησαν έγκαίρως υπό τών δυνάμεών μας. Τελικώς ό έχθρός, σημειώσας πρόοδόν τινα, συνεκρατήθη έφ' όλου τού ένδιαφέροντος μετώπου».

Κατά τη διάρκεια της νύχτας της 6ης Απριλίου 1941 , το Γιουγκοσλαβικό Επιτελείο που δεν είχε καμιά πληροφορία για την κατάσταση στο μέτωπο,  ενημέρωσε το Ελληνικό ότι θα εφάρμοζαν το σχέδιο Παπάγου και θα επιτίθεντο στους Ιταλούς, αλλά η Γιουγκοσλαβική XIII Μεραρχία είχε ήδη υποστεί σοβαρές απώλειες. 

Το βράδυ, της 6ης Απριλίου η Λουφτβάφε βομβάρδισε το λιμάνι του Πειραιά.

Η Μάχη τω Οχυρών. 
Ημέρα πρώτη

Στην Ανατολική Μακεδονία, στην οχυρωμένη τοποθεσία Κερκίνη-Νέστος, βρισκόταν αναπτυγμένο το Τμήμα Στρατιάς (ΤΣΑΜ) υπό τον εκλεκτό του Παπάγου Αντιστράτηγο Κωνσταντίνο Μπακόπουλο, που διεύθυνε την μάχη τηλεφωνικά από την Θεσσαλονίκη έχοντας υπό τις διαταγές του, τρείς Μεραρχίες , και την Ταξιαρχία Νέστου. 

 Στη Θράκη ήταν αναπτυγμένη η Ταξιαρχία Έβρου υπό τον Έφεδρο Υποστράτηγο Ζήση Ιωάννη, η οποία διέθετε 7 λόχους Προκαλύψεως και το Οχυρό Νυμφαία. 

Τα οχυρά διατάχθηκαν να αμυνθούν «μέχρις εσχάτων. Ο Ζήσης  παραδόθηκε χωρίς να ρίξει σφαίρα. 
 Στο Μπέλες υπήρχε η γραμμή 9 μεμονωμένων σκυρόδετων πολυβολείων, που ξεκίναγε από το Οχυρό Ποποτλίβιτσα και κατέληγε δυτικά στο Τριεθνές (Ελλάδας, Γιουγκοσλαβίας και Βουλγαρίας) πάνω από την Καστανούσα.
 Στο πολυβολείο Π9 στο Δεμίρ Καπού, ο λοχίας Δημήτρης Ίντζος ξόδεψε ως τις επτάμιση τη νύχτα και τα 33.000 φυσίγγια που διέθετε και δεν είχε πια, με τι να πολεμήσει. 
Ο Γερμανός διοικητής του έδωσε συγχαρητήρια για την ανδρεία του και τις απώλειες που τους προκάλεσε. 
 Την πρώτη ημέρα οι υπερασπιστές των Οχυρών βρέθηκαν χωρίς καμιά αεροπορική κάλυψη και χωρίς κάλυψη από το πυροβολικό, του οποίου την σύμπτυξη είχε διατάξει ο Μπακόπουλος.
Έτσι κάθε οχυρό αμύνθηκε μόνο του. 
Εκ των ενόντων.

 Όλη τη μέρα 100-200 αεροπλάνα πετούσαν πάνω από το Ρούπελ. 

Εναντίον τους έβαλε το μοναδικό αντιαεροπορικό του Οχυρού, από τα πυρά του οποίου καταρρίφθηκαν τρία από αυτά. 

 Η κύρια προσπάθεια των Γερμανών εκδηλώθηκε κατά της Κερκίνης και του Οχυρού Ρούπελ. 
Την επίθεση κατά του Ρούπελ, (οχυρά Ρούπελ, Ουσίτα και Παλιουριώνες ) , ανέλαβε το 125ο Ανεξάρτητο Σύνταγμα Πεζικού, ενισχυμένο με το Τάγμα Ορεινών Κυνηγών .
 Ο αγώνας άρχισε με σφοδρό βομβαρδισμό του Πυροβολικού , και από τις 06:00 και με αεροπλάνα κάθετης εφόρμησης (Στούκας). 
 Οι Γερμανοί αιφνιδίασαν τη Διμοιρία Προκάλυψης και κατέλαβαν άθικτη τη γέφυρα του ποταμού Μπίστριτσα, η οποία καταστράφηκε αργότερα από τα πυρά του πυροβολικού. 
Αφού πέρασαν τον Μπίστριτσα οι Γερμανοί κατέλαβαν το ύψωμα 354 (Χαλάσματα) και άρχισαν την επίθεση κατά των υψωμάτων Νέοι-Ανατ. Προφήτες.
 Στις 11.00 περίπου, οι επιτιθέμενοι πλησίασαν τα οχυρά, αλλά η προέλασή τους ανακόπηκε από τα αμυντικά πυρά και μόνο μικρά τμήματα κατόρθωσαν να ανέλθουν προς στιγμή στην επιφάνεια του Ρούπελ, αλλά τα συντονισμένα και καλώς προσαρμοσμένα πυρά της Ουσίτας, του Λόχου Δ΄ Παλιουριώνων και του Σημείου Στηρίγματος «Αντλιοστάσιον», είχαν ως αποτέλεσμα να μην επιτρέψουν στα γερμανικά τμήματα να θέσουν πόδα επί αυτών. 
Τρείς Λόχοι που επιτέθηκαν κατά του οχυρού Ουσίτας, (διοικούνταν από τον λοχαγό Κόπιτσα), και αποκρούστηκαν.
 Ενώ όμως οι μετωπικές επιθέσεις των Γερμανών αποκρούστηκαν, δύναμη τάγματος κατόρθωσε να διεισδύσει μεταξύ των Οχυρών Ρούπελ και Καρατάς.
 Από εκεί ενας Λόχος , περέκαμψε έξι πολυβολεία και κατευθύνθηκε στα νώτα της τοποθεσίας, όπου στις 16.00 κατέλαβε το χωριό Κλειδί. Τα υπόλοιπα τμήματα του παραπάνω Τάγματος είχαν σοβαρές απώλειες και ελάχιστοι μόνο άντρες του κατόρθωσαν να περάσουν το φραγμό πυρός και να κινηθούν προς το Κλειδί.
 Την επίθεσή τους οι Γερμανοί υποστήριζαν συνεχώς με αεροπορία και πυροβολικό. Παρά τις επίμονες προσπάθειες, οι Γερμανοί δεν μπόρεσαν να πλησιάσουν στα οχυρά, και με την έλευση του σκότους αποσύρθηκαν στις θέσεις εξόρμησης. 
Έτσι, έληξε η πρώτη μέρα της επιθέσεως των Γερμανών κατά του Ρούπελ, χωρίς αυτοί να πετύχουν το σκοπό τους. 
Την πρώτη νύχτα της μάχης, (6 προς 7 Απριλίου), Έλληνες τραυματιοφορείς εξήλθαν από το οχυρό Παληουριώνες και περισυνέλεξαν τους Γερμανούς τραυματίες, ενώ διαρκούσαν ακόμα τα πυρά. 
 Οι τραυματίες αυτοί έτυχαν περίθαλψης εντός του οχυρού. 

 Στη ζώνη της 7η Μεραρχίας , (Τομείς Φαλακρού-Τουλουμπάρ-Παρανεστίου) επιτέθηκε από τις 05.15 η 72η Γερμανική Μεραρχία, η οποία άσκησε σοβαρή πίεση, κυρίως, στον Τομέα Φαλακρού, ενώ στους υπόλοιπους τομείς περιορίσθηκε στην απώθηση των τμημάτων προκαλύψεως. 
Περί τις 1100, ο εχθρός προσπάθησε να κινηθεί μεταξύ των Οχυρών Πυραμιδοειδές και Λίσσε και να παραβιάσει τη στενωπό Γρανίτη, χωρίς όμως επιτυχία, εξαιτίας της αποτελεσματικότητας των πυρών των Οχυρών .
 Στη συνέχεια τα γερμανικά τμήματα προσπάθησαν να διεισδύσουν μεταξύ των Οχυρών Περιθώρι και Λίσσε, αλλά και πάλι αποκρούστηκαν. 
Ταυτόχρονη προσπάθεια των Γερμανών να υπερκεράσουν τη στενωπό Γρανίτη από τα ανατολικά, καταλαμβάνοντας το ύψωμα Ουσόγια, απέτυχε και τα τμήματά τους καθηλώθηκαν προ του υψώματος με σοβαρές απώλειες. Οι στρατιώτες που επάνδρωναν το Οχυρό Περιθώρι υπό τον Λοχαγό Δαράτο απέκρουσαν όλες τις γερμανικές επιθέσεις με επιτυχία. 
 Στη ζώνη της 14ης Μεραρχίας, (Τομείς Σιδηροκάστρου και Καραντάγ), η γερμανική επίθεση εκδηλώθηκε με εξαιρετική σφοδρότητα, ιδιαίτερα στο αριστερό του Συντάγματος Σιδηροκάστρου κατά του Οχυρού Ρούπελ, ενώ τα Οχυρά Καρατάς και Κάλης δέχτηκαν μόνο πυρά πυροβολικού και αεροπορικό βομβαρδισμό. 
Ανατολικότερα , στον Τομέα του Συγκροτήματος Καραντάγ, η προσπάθεια της 72ης Μεραρχίας στράφηκε κυρίως κατά των Οχυρών Περιθώρι-Μαλιάγκα και Μπαμπαζώρα, προ των οποίων και καθηλώθηκε, ενώ το Οχυρό Παρταλούσκα αντιμετώπισε μόνο τη δράση μικρών περιπόλων. Η κύρια προσπάθεια επικεντρώθηκε στο Οχυρό Περιθώρι, όπου έγινε σκληρή πάλη, χωρίς οι Γερμανοί να πετύχουν την εκπόρθησή του. 
 Στη ζώνη της Ταξιαρχίας Έβρου (Τομέας Έβρου), η γερμανική επίθεση εκδηλώθηκε στις 0505 με την 50ή Μεραρχία στον άξονα Κίρτζαλη-Νυμφαία-Κομοτηνή. Τα τμήματα προκαλύψεως της Ταξιαρχίας Έβρου συμπτύχθηκαν επιβραδύνοντας τον εχθρό σύμφωνα με το υφιστάμενο σχέδιο. 
Το Οχυρό Νυμφαία στις 0700 δέχθηκε δραστικά πυρά πυροβολικού και στις 1100 είχε περικυκλωθεί. Προσπάθειες των Γερμανών να ανέβουν στην επιφάνεια του Οχυρού αναχαιτίστηκαν από τα δραστικά πυρά. Το σφυροκόπημα του Οχυρού τόσο από το μεγαλύτερο μέρος του πυροβολικού του 30ο Σώματος Στρατού, όσο και από την αεροπορία συνεχίσθηκε με την αυτήν ένταση μέχρι τις οκτώ το βράδυ. Στη ζώνη της Ταξιαρχίας Νέστου (περιοχή Ξάνθης), οι Γερμανοί επιτέθηκαν από τις 0515 με την 164η Μεραρχία στον άξονα Πασμακλή-Μελίβοια-Εχίνος-Ξάνθη. Αφού ανέτρεψαν τα συνοριακά φυλάκια, έλαβαν τις απογευματινές ώρες επαφή με την κύρια τοποθεσία αντιστάσεως και το Οχυρό Εχίνος, όπου και καθηλώθηκαν από τα πυρά του Οχυρού. 
Η γερμανική επίθεση κατά της τοποθεσίας της 18ης Μεραρχίας (Κερκίνη) άρχισε στις 05.15 με την υποστήριξη μεγάλου αριθμού αεροπλάνων κάθετης εφορμήσεως και σφοδρών πυρών πυροβολικού. 
 Στον Υποτομέα Ροδοπόλεως ενήργησε η 6η Ορεινή Μεραρχία, η οποία εκδήλωσε την επίθεσή της κατά των υψωμάτων Ντεμίρ Καπού και Καλέ Μπαΐρ και κατέλαβε μέχρι τις 0700 την κύρια γραμμή αντιστάσεως επί της κορυφογραμμής της Κερκίνης. Στη συνέχεια διέσπασε την τοποθεσία ανασχέσεως στο αριστερό του Υποτομέα και περί τις 1100 τα τμήματά της κατέλαβαν τα χωριά Πλατανάκια και Καλοχώρι, συλλαμβάνοντας στο μεταξύ και πολλούς αιχμαλώτους. Η δύναμη του Υποτομέα, αφού επιβράδυνε τα γερμανικά τμήματα μέχρι τις βραδινές ώρες, συμπτύχθηκε στη διάρκεια της νύχτας στην τοποθεσία Κρουσίων. Ανατολικότερα στους Υποτομείς Ρουπέσκο και Θύλακα, ενήργησε η 5η Ορεινή Μεραρχία. Η επίθεσή της υποστηρίχθηκε από 165 πυροβόλα διάφορων διαμετρημάτων και μεγάλο αριθμό αεροπλάνων. Το Οχυρό Ποποτλίβιτσα, παρά το σφοδρό βομβαρδισμό, αντιστάθηκε όλη την ημέρα και μόνο κατά τη διάρκεια της νύχτας ο εχθρός πέτυχε να επικαθήσει στην επιφάνειά του. Από τα αντιαεροπορικά πυρά του Οχυρού καταρρίφθηκαν δύο εχθρικά αεροπλάνα. Το βάρος της γερμανικής επιθέσεως δέχθηκαν τα Οχυρά Ιστίμπεη και Κελκαγιά, τα οποία αποτελούσαν και το «κλειδί» της τοποθεσίας. Η επίθεση εναντίον των δύο αυτών Οχυρών εκδηλώθηκε ταυτόχρονα στις 0700, αφού προηγήθηκε σφοδρός βομβαρδισμός με πυρά πεζικού, πυροβολικού και αεροπορίας.
 Στις 0800 τμήματα του εχθρού κατόρθωσαν να επικαθήσουν στην επιφάνεια του Οχυρού Ιστίμπεη. 
Ο Διοικητής του ζήτησε να εκτελεσθεί βολή πυροβολικού στην επιφάνεια του Οχυρού που δεν εκτεεστηκε γιατι δεν υπήρχε το πυροβολικό που ειχε εγκαταλείψει τις θέσεις του γιατί οι Γερμανοί είχαν καταλάβει τα υψώματα , μεταξύ του Ιστίμπεη και του Κελκαγιά. 
Στο μεταξύ 200 περίπου Γερμανοί δυναμιστές επικάθησαν στην επιφάνεια του Οχυρού και με ηλεκτρικά τρυπάνια , εκρηκτικές ύλες, και δέσμες δυναμίτιδας προσπαθούσαν να καταστρέψουν το σκυρόδεμα , αλλά εξουδετερώθηκαν .Ύστερα από ολοήμερο αγώνα η μάχη συνεχίστηκε στις υπόγειες στοές όπου είχαν αποσυρθεί οι μαχητές του Οχυρού. Κατά τις πρώτες νυκτερινές ώρες 100 Γερμανοί που διείσδυσαν στο Οχυρό είτε έπεσαν νεκροί ή βαριά τραυματισμένοι. Στις 13.00, τμήματα του εχθρού επικάθησαν στην επιφάνεια και του Οχυρού Κελκαγιά και προσπάθησαν να καταπνίξουν την αντίσταση των υπερασπιστών του, χωρίς αποτέλεσμα. Αντεπίθεση με τμήμα από τη φρουρά του Οχυρού σημείωσε προσωρινή μόνο επιτυχία. Το Οχυρό Αρπαλούκι δέχθηκε μόνο πυρά πυροβολικού και αεροπορίας, ενώ στο Οχυρό Παλιουριώνες έγιναν διάφορες απόπειρες διεισδύσεως, οι οποίες όμως αποκρούστηκαν με σοβαρές απώλειες για τους επιτιθεμένους. Η κατάληψη του δυτικού τμήματος της κορυφογραμμής της Κερκίνης και η διείσδυση γερμανικών τμημάτων στην κοιλάδα Ροδοπόλεως, δημιούργησε κίνδυνο για όλη την τοποθεσία Κερκίνη-Νέστος. Κατά τις βραδινές ώρες οι γερμανικές δυνάμεις ξεχύθηκαν στην κοιλάδα Ροδοπόλεως και έλαβαν επαφή με την τοποθεσία Κρουσίων, ενώ τα οχυρά επί της Κερκίνης εξακολουθούσαν να αμύνονται. Ανατολικά του Στρυμόνα και μέχρι το Νέστο οι Γερμανοί βρίσκονταν σε επαφή με την κύρια τοποθεσία αντιστάσεως, η οποία παρέμενε αρραγής. Ανατολικότερα, στην περιοχή Ξάνθης και Κομοτηνής τα γερμανικά τμήματα, αφού παρέκαμψαν τα οχυρά, κατευθύνθηκαν προς τα νότια. Μετά από αυτήν την εξέλιξη το ΤΣΑΜ διέταξε τη σύμπτυξη της 18ης Μεραρχίας στην τοποθεσία Στρυμόνας-λίμνη Κερκίνης, σε σύνδεσμο με την τοποθεσία Κρουσίων. Την Πρώτη ημέρα και τα 21 Οχυρά «κράτησαν». Οι Δυνάμεις του Ελληνικού Στρατού Η 24η Μεραρχία κατείχε τον ορεινό όγκο της Κερκίνης, από το Τριεθνές μέχρι το Στρυμόνα ποταμό και διέθετε 7 τάγματα Πεζικού και τα τμήματα των Οχυρών, Ιστίμπεη, Κελκαγιά, Αρπαλούκι Ποποτλίβιτσα.και Παλιουριώνες.

 Η 14η, κατείχε τον τομέα από την ανατολική όχθη του Στρυμόνα μέχρι τις δυτικές προσβάσεις του υψιπέδου Κάτω Νευροκοπίου και διέθετε 6 τάγματα Πεζικού, 5 λόχους Προκαλύψεως και τα τμήματα 10 Οχυρών, ( Ρούπελ, Ουσίτα, Παλιουριώνες Καρατάς, Κάλη, Περσέκ, Μπαμπαζώρα, Μαλιάγκα, Περιθώρι και Παρταλούσκα). 

Η 7η Μεραρχία, η οποία ήταν αναπτυγμένη από τη διάβαση Λιμπάχοβο μέχρι το όρος Κουσλάρ και διέθετε 10 τάγματα Πεζικού, 2 λόχους Προκαλύψεως και τα τμήματα 6 Οχυρών. (Λίσσε, Πυραμιδοειδές, Ντάσαβλη, Καστίλο, Άγιος Νικόλαος και Μπαρτίσεβα). 
Η Ταξιαρχία Νέστου, υπό το Συνταγματάρχη Καλή Αναστάσιο, ήταν εγκαταστημένη στη δυτική όχθη του Νέστου ποταμού από το χωριό Πασχαλιά μέχρι τις εκβολές και διέθετε 5 τάγματα Πεζικού, μία ομάδα Αναγνωρίσεως και το Οχυρό Εχίνος.
 Τη Θεσσαλονίκη υπεράσπιζαν η 19η Μηχανοκίνητη Μεραρχία, υπό τον Εκλεκτό του Παπάγου υποστράτηγο Λιούμπα που το είχε βάλει στα πόδα στην Θεσπρωτία, με τρία συντάγματα και το «απόσπασμα Κρουσίων» που διέθετε ένα ενισχυμένο τάγμα Πεζικού στην περιοχή Θεσσαλονίκης για την άμυνα κατά της δράσεως αλεξιπτωτιστών.

ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΧΑΤΖΑΡΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ΕΘΝΙΚΟ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΠΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ...και ΦΩΝΗ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ

ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΧΡΗΜΑ ΣΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ  ΚΑΙ ΣΤΟ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ