
του Λεωνίδα Χ. Αποσκίτη
Ο κ. Λαβρώφ υπογράμμισε την συνεργασία Ελλάδας-Ρωσσίας σε πληθώρα ζητημάτων, όπως στην ενέργεια, λέγοντας, μεταξύ άλλων:
«Νομίζω ότι στον κόσμο υπάρχουν λίγες χώρες, τις οποίες έχει συνδέσει μια τόσο μακρά ιστορία ειλικρινούς φιλίας, όπως η Ρωσσία και η Ελλάδα. Οι ρωσσο-ελληνικές σχέσεις εδράζονταν πάντοτε πάνω στη σταθερή βάση της εμπιστοσύνης και της αμοιβαίας συμπάθειας των λαών μας. Αυτές οι σχέσεις εξακολουθούν και σήμερα να αναπτύσσονται με σιγουριά, προσαποκτούν νέο περιεχόμενο, διακρίνονται για το υψηλό επίπεδο αλληλοκατανόησης στους πλέον διαφορετικούς τομείς…
Στη Ρωσσία ήρθε από το Βυζάντιο η Ορθοδοξία και μαζί της πολλά πολιτισμικά χαρακτηριστικά, τα οποία επέδρασαν στη διαμόρφωση της δικής μας εθνικής πρωτοτυπίας, μεταξύ αυτών η οργάνωση του κράτους, η φιλοσοφία, η ζωγραφική, οι αρχές της πολεοδομίας.
Η Ρωσσία ανταπέδωσε. Πολλοί Έλληνες βρήκαν σε μας τη δεύτερη πατρίδα τους, εισήλθαν στην υπηρεσία του ρωσσικού κράτους. Το πλέον λαμπρό παράδειγμα είναι η μοίρα του Ιωάννη Καποδίστρια, πρώτου Κυβερνήτη του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, ο οποίος κατά την διάρκεια σειράς ετών είχε καθοδηγήσει την δραστηριότητα του ρωσσικού υπουργείου Εξωτερικών, κατέχοντας το κομβικό αξίωμα του υφυπουργού επικρατείας για διεθνείς υποθέσεις.
Η ρωσσική διπλωματία συνήργησε ενεργά στην προετοιμασία και την καθιέρωση του Συντάγματος της Ιονίου Πολιτείας, προτύπου του ελληνικού εθνικού κράτους. Κατόπιν, η χώρα μας υποστήριξε τους Έλληνες, οι οποίοι ανέπτυσσαν τον εθνικο-απελευθερωτικό τους αγώνα για την απόκτηση της κρατικής τους αυτοτέλειας.
Η νίκη στη Ναυμαχία του Ναυαρίνου, την οποία κατήγαγε η μοίρα του ρωσσικού στόλου της Μεσογείου, κατέστησε δυνατή τη δημιουργία των προϋποθέσεων για την έναρξη διαπραγματεύσεων σχετικά με την χορήγηση ανεξαρτησίας στον ελληνικό λαό. Η αποκατάσταση, το 1828, διπλωματικών σχέσεων μεταξύ της Ρωσσίας και του ελληνικού κράτους που είχε γεννηθεί, κατέστη μία ακόμη επιβεβαίωση του αμοιβαίου σεβασμού και της επιδίωξης να αναπτυχθεί η συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών.
Έκτοτε, κατά την διάρκεια ήδη 180 ετών, η Ρωσσία και η Ελλάδα δεν υπήρξαν ποτέ αντίπαλες. Σε δύο παγκοσμίους πολέμους υπήρξαν σύμμαχοι, με κοινές προσπάθειες κατέστησαν δυνατή την επίτευξη κοινής Νίκης επί του φασισμού, την 65η επέτειο της οποίας ολόκληρος ο κόσμος θα τιμήσει το επόμενο έτος. Ο ελληνικός λαός με τα όπλα στα χέρια, με τίμημα τεράστιο αριθμό θυμάτων, αντιστάθηκε στην φασιστική πολεμική μηχανή».
Ένα από τα κυριότερα, οργανικά στοιχεία της ρωσσο-ελληνικής εταιρικής σχέσης, είπε ο κ. Λαβρώφ, είναι «η ενιαία άποψη» σε κομβικά ζητήματα της εποχής της παγκοσμιοποίησης.
Εξειδικεύοντας το θέμα της ομιλίας του «Η κατάσταση στον Ευρω-Ατλαντικό χώρο και οι Ρωσσο-Ελληνικές σχέσεις», ο Ρώσσος υπουργός υπογράμμισε: «Η επιδίωξη να διαμορφωθεί στον Ευρω-Ατλαντικό χώρο ένα σύστημα αδιαίρετης ασφάλειας βρίσκεται στη βάση της αναληφθείσας από τον πρόεδρο Ντμίτρι Μεντβέντεφ πρωτοβουλίας για τη σύναψη ενός νομικώς δεσμευτικού Συμφώνου για την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Η ουσία της συνίσταται στη μετατροπή σε δεσμευτικό δίκαιο της ενωρίτερα επιτευχθείσας πολιτικής συνεννόησης στον Οργανισμό για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη και το Συμβούλιο Ρωσσίας-ΝΑΤΟ σχετικά με τη μη επέκταση της ασφάλειας μιας χώρας σε βάρος άλλων. Εάν το είχαμε κάνει αυτό ενωρίτερα, είναι πιθανόν να μην είχαν λάβει χώρα ούτε η κρίση στον Καύκασο το προηγούμενο έτος, ούτε η υποστήριξη της μονομερούς αναγνώρισης της ανεξαρτησίας του Κοσσυφοπεδίου».
Ο κ. Σεργκέϊ Λαβρώφ τόνισε τέλος ότι: «Χωρίς να συγκροτηθεί η ευρω-ατλαντική πολιτική επί τη βάσει των συλλογικών αρχών του δικαίου, χωρίς τον διασκελισμό από τις συγκρουσιακές προσεγγίσεις της προηγουμένης εποχής και την λογική των «χωρίς τέλος» κυμάτων της διεύρυνσης του ΝΑΤΟ, δεν θα αρθούμε στο επίπεδο, το οποίο είναι αναγκαίο για την επίλυση των ισταμένων ενώπιον μας πραγματικών κοινών προβλημάτων, από την τρομοκρατία και το οργανωμένο έγκλημα έως την ενεργειακή ασφάλεια και την κλιματική αλλαγή».
Τον Ρώσσο επίσημο προσφώνησε ο πρόεδρος του Ελληνορωσσικού Συνδέσμου, πρώην υπουργός κ. Γεράσιμος Αρσένης, ο οποίος τόνισε ότι οι δεσμοί μεταξύ των λαών των δύο χωρών στην σύγχρονη εποχή αποτελούν δομικό στοιχείο των διεθνών σχέσεων στην Ευρώπη και τα Βαλκάνια και εκδηλώνονται γνήσια στον κοινό προσανατολισμό τους προς την ειρήνη και την εμβάθυνση της πανευρωπαϊκής συνεργασίας.





