19/7/11

Μια παλαιά - σύγχρονη ιστορία

Καλά, περίμενε ο μαλάκας να τον αφήσουμε να κατέβει;

γράφει ο Γιάννης Ζωγράφος*

πηγή http://www.elkosmos.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=8223:Μια-παλαιά-σύγχρονη-ιστορία&catid=99:2008-10-17-07-35-43&Itemid=286

Άλλο το να μιλάς θεωρητικά για «ολοκληρωτικό κράτος » και άλλο να το νιώθεις στο πετσί σου, σε όλο του το μεγαλείο. Με την ευκαιρία λοιπόν της πρόσφατης ενθύμησης από την εξέγερση του Πολυτεχνείου, που σηματοδότησε τη μεταπολίτευση- που φέτος συμπλήρωσε 37 χρόνια- να μια ενδιαφέρουσα ιστορία που μου μετέφερε κάποιος πολύ δικός μου άνθρωπος, που την έζησε ως συνάδελφος δικηγόρος, χειριζόμενος μια ενδιαφέρουσα υπόθεση, που τον εμπιστεύομαι απόλυτα στην εξιστόρησή του και σας τη μεταφέρω, ακριβώς σαν να την έζησα εγώ:
Ήταν στα λεγόμενα «πέτρινα χρόνια» της επάρατης Δεξιάς, όταν ένας παλιός και γνωστός δημοκρατικός δημοσιογράφος, αποφάσισε να σχηματίσει συνδυασμό πολιτών, ώστε να κατέλθει στις αυτοδιοικητικές εκλογές ως ανεξάρτητος, απέναντι στους κολοσσούς της κυβερνητικής πλειοψηφίας, που όμως παρέπαιε και της αξιωματικής αντιπολίτευσης, που προερχόταν από μεγάλη εκλογική ήττα, τον προηγούμενο χρόνο. Υπέβαλε κανονικά με τις προβλεπόμενες διαδικασίες τον συνδυασμό του για έγκριση από το Πρωτοδικείο και περίμενε την απόφαση που θα οδηγούσε τον συνδυασμό του στην κάλπη, σε λίγες ημέρες, μαζί με τους υπόλοιπους. Δεδομένου ότι είχε εισπράξει κάποια «μηνύματα» από τους κυβερνητικούς για «έκδηλη δυσαρέσκεια» της πλειοψηφίας από την κίνησή του, ζήτησε από τον δικηγόρο να τον συνοδεύσει στη τυπική διαδικασία ανακήρυξης των συνδυασμών, στο Πρωτοδικείο.
Πράγματι, οι φόβοι του επαληθεύτηκαν. Ο συνδυασμός του, ήταν ο μόνος που δεν ανακηρύχθηκε, παρά το γεγονός ότι είχε ακριβώς τις ίδιες προυποθέσεις με τους υπόλοιπους που ανακηρύχθηκαν κανονικά. Εξανέστη. Πλησίασε κοντά στο έδρανο των δικαστών και με στεντόρεια φωνή, κατήγγειλε τη σύνθεση για μεροληψία και τους δικαστές για ανικανότητα. Κανένας δεν μίλησε και αποχώρησαν, προκειμένου να πράξουν τα νόμιμα. Οι ασφυκτικές προθεσμίες του νόμου, θυμάται ο συνομιλητής μου, προέβλεπαν τη διαδικασία της ένστασης εντός πενθημέρου από την ημέρα της μη ανακήρυξης. Πήγαν λοιπόν τόσο ο ενδιαφερόμενος δημοσιογράφος όσο και ο δικηγόρος του στον προιστάμενο του Δικαστηρίου για να του εκφράσουν τα παράπονά τους από τη εξόφθαλμα μεροληπτική διαδικασία που ακολουθήθηκε και να υποβάλουν την ένσταση. Το ολοκληρωτικό κράτος της Δεξιάς, είχε τις κατ' επίφαση δομές ενός δημοκρατικού καθεστώτος, ώστε να «παραμυθιάζονται» οι αποχαυνωμένοι πολίτες και να μην αντιδρούν, θεωρώντας ότι ζουν πράγματι σε «δημοκρατία». Σχήμα που είχε το καθεστώς αντιγράψει κατά γράμμα, από άλλα, εξίσου απολυταρχικά καθεστώτα, τα οποία ονομάζονταν «σοσιαλιστικά», ήταν όμως στυγνές δικτατορίες. Ας είναι... Ο δημοσιογράφος εξανέστη, όταν αντίκρυσε τον εφέτη, προιστάμενο του Πρωτοδικείου, ακόμα μια φορά, πιο έντονα: «Δικαιοσύνη το λέτε εσείς αυτό; Εκτελείτε διατεταγμένη υπηρεσία από το καθεστώς! Αίσχος!...». Ο εφέτης, όχι μόνο δεν αντέδρασε, όπως λογικά θα περίμενε κανένας, αλλά αντιμετώπισε τον δημοσιογράφο με αβρότητα και επίπλαστη ευγένεια Του είπε πως δεν μπορούσε να ακούσει τις καταγγελίες του, γιατί αυτό θα συνιστούσε «παρέμβαση στο έργο της ανεξάρτητης δικαιοσύνης» και τον προέτρεψε να ασκήσει τα νόμιμα, δηλαδή να προβεί αμέσως στην ένσταση, την οποία θα παρελάμβανε και θα διεκπεραίωνε ο ίδιος προσωπικά, στην επόμενη δικαιοδοτική βαθμίδα.
Ο εκλογικός νόμος που ίσχυε τότε, επίφαση και αυτός όπως η «δημοκρατία» του διεφθαρμένου καθεστώτος, προέβλεπε, κατά τον συνομιλητή μου, ότι η ένσταση, μπορούσε να κριθεί ακόμα και μετά τις εκλογές ή στην καλύτερη περίπτωση, δυο μέρες πριν από αυτές! «Μήπως κάνεις λάθος; Τα θυμάσαι καλά;» τον ρώτησα έκπληκτος, μην εννοώντας να αντιληφθώ νομικά, πώς ήταν δυνατόν, μια ένσταση για τη μη ανακήρυξη ενός συνδυασμού να μπορεί να κριθεί επί της ουσίας, ακόμα και μετά τη διεξαγωγή των εκλογών, ακόμα και σε ένα απολυταρχικό καθεστώς! Τουλάχιστον, σύμφωνα με αυτά που γνώριζα, μέχρι και επί Στάλιν, τηρούνταν τα ελάχιστα προσχήματα που προσέδιδαν νομιμοφάνεια στη δικτατορία. Με διαβεβαίωσε ότι όχι μόνο θυμόταν καλά, αλλά με προέτρεψε να «κρατήσω την όρεξη και τα σχόλιά μου για το τέλος, γιατί ακόμα δεν είχα ακούσει τίποτα...» «Μα όλα αυτά συνέβαιναν στην Ελλάδα;» απόρησα... «Και οι επαναστάτες Έλληνες; Τα ανέχονταν χωρίς διαμαρτυρία;» Ανταπεξήλθε τις δίκαιες απορίες μου με ένα πικρό χαμόγελο και συνέχισε...
Η κρίση της ένστασης, γινόταν τότε από το Διοικητικό Πρωτοδικείο. Τριμελής σύνθεση πάλι, την Παρασκευή πριν τις εκλογές και ενώ ο δημοσιογράφος είχε εξαντλήσει κάθε μέσο, προκειμένου να εξασφαλίσει ότι τα ψηφοδέλτια, θα βρίσκονταν στη θέση τους, εφόσον η ένταση κρινόταν θετικά, σύμφωνα με το γράμμα του νόμου και όπως τον διαβεβαίωναν όλοι όσοι μπορούσαν να αναγνώσουν τις διατάξεις του νόμου. Προκειμένου μάλιστα ο δημοσιογράφος να εξασφαλίσει ότι η κρίση του Διοικητικού Πρωτοδικείου θα ήταν αμερόληπτη, μίσθωσε και τις υπηρεσίες γνωστού καθεστωτικού δικηγόρου, ο οποίος επίσης τον διαβεβαίωσε για τη σίγουρη ευόδωση της ένστασης που ο συνάδελφός του και συνομιλητής μου, είχε συντάξει.
Στην αίθουσα, θυμάται ο τελευταίος, που είχε ανοίξει μόνο για να δικάσει αυτή την περίπτωση, παρευρίσκονταν και οι υποψήφιοι καθώς και υποστηρικτές της κίνησης, μουδιασμένοι στην αρχή αλλά με παλμό στην πορεία, για να ακούσουν την αναμενόμενη ανακήρυξη του συνδυασμού τους. Η διαδικασία άψογη, οι αγορεύσεις άριστες κατά κοινή ομολογία και ο δικαστής χωρίς άγχος, με συγκατάβαση διεύθυνε τη συνεδρίαση και έδινε το λόγο. «Και λοιπόν;», ρώτησα ανυπόμονα τον συνομιλητή μου. «Τι λοιπόν; Τι θα περίμενες από μια χούντα; Να αφήσει τον δημοσιογράφο να κατέλθει στις εκλογές;» «Όχι, παραδέχτηκα, αλλά με ποιον τρόπο, διάολε, νομικός είμαι και γω, θα του το απαγόρευε; Τι θα έλεγε η απόφαση; Πρόσεξε τι θα μου πείς...», προειδοποίησα, «...δεν θα δεχτώ άκριτα αυτά που μου λες, επειδή ήσουν εκεί! Ακόμα και η χούντα, είπαμε, έχει όρια...»
Η απόφασή, όπως καταλάβατε, ήταν αρνητική. Η ένσταση απορρίφθηκε. Και η αιτιολογία; Ο δικηγόρος, έχοντας πεισμώσει, ήθελε ντε και καλά να παραλάβει την απόφαση αυθημερόν. Έτσι έστειλε στο Πρωτοδικείο έναν συνεργάτη του, να περιμένει την καθαρογραφή της. Το Δικαστήριο κλειστό, οι πόρτες σφραγισμένες και μετά από παρέμβαση του δικηγόρου στην προισταμένη της γραμματείας, αφήνουν τον άνθρωπό του να περιμένει στο διάδρομο, για να παραλάβει «ζεστή» την απόφαση, το βράδυ της Παρασκευής.
Ο Πρόεδρος, μην γνωρίζοντας την παρουσία του συνεργάτη, στο διάδρομο ακούγεται να λέει, κατά τη διάσκεψη στους λοιπούς δικαστές, τα εξής: «Καλά, περίμενε ο μαλάκας να τον αφήσουμε να κατέβει; Και αν δηλαδή τον αφήναμε, τι νομίζει ότι θα κατάφερνε;» Αργότερα, βγήκε από το γραφείο του, είδε τον συνεργάτη, ρώτησε ποιος είναι, πάγωσε και επανήλθε στο γραφείο του για να εκδώσει την προειλημμένη απόφασή του. «Και γιατί λοιπόν απορρίφθηκε η ένσταση;» ρώτησα με αγωνία. «Επειδή, λέει, το δικαστήριο έκρινε ότι ο δημοσιογράφος, έπρεπε, για να είναι η ένστασή του παραδεκτή, να στραφεί κατά κάποιου από τους ανακηρυχθέντες συνδυασμούς! Έτσι, ο άθλιος δικαστάκος, δεν μπήκε καν στην ουσιαστική κρίση της ένστασης, αλλά την απέρριψε για λόγους τυπικούς. Με άλλα λόγια, έψαχνε για έναν τυπικό λόγο να απορρίψει την ένσταση, γιατί ήξερε ότι αν έμπαινε στην ουσία, θα έπρεπε να ανακηρύξει τον συνδυασμό του δημοσιογράφου, κάτι που όμως αντέβαινε τις εντολές που είχε λάβει από την χούντα. Κατάλαβες τώρα;» , μου είπε θυμωμένα. Η στάση του δεν μου άφηνε περιθώρια αντίδρασης. Το μόνο που κατάφερα να πω, ήταν το εξής: «Καλά, τόσο ηλίθιοι ήταν αυτοί οι άθλιοι που κυβερνούσαν τότε; Δεν καταλάβαιναν πως αν έβαζαν με τέτοιο άγαρμπο τρόπο χέρι στη Δικαιοσύνη, θα το πλήρωναν με τον χειρότερο τρόπο; Δεν καταλάβαιναν ότι ακόμα και η χειρότερη χούντα, οφείλει να τηρεί τα προσχήματα έναντι της δικαιοσύνης και αν τουλάχιστον παρεμβαίνει, αυτό να το κάνει κομψά και όχι έτσι;» «Αυτά που λες...», μου απάντησε ο δικηγόρος επαναφέροντας το πικρό χαμόγελό του, «...γίνονται μόνο σε μια χούντα που δεν έχει χάσει τη στοιχειώδη επαφή της με την πραγματικότητα. Σε μια δικτατορία που έχει έρθει απολυταρχικά, για να αφήσει έργο. Όχι σε μια χούντα δοτή από ξένα κέντρα, που μοναδικό σκοπό έχει να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των εντολέων της και αφού καταστρέψει τη χώρα, να φύγει νύχτα, όπως έγινε με αυτή...»
Αναλογίστηκα την κατάντια στην οποία είχε περιέλθει τότε ο Ελληνικός λαός, που ανέχτηκε, έστω και για λίγο, την απαράδεκτη αυτή καταπάτηση της λογικής και της αξιοπρέπειάς του, από αχυράνθρωπους, γιουσουφάκια και φερέφωνα. Λυπήθηκα που αυτό, αποτέλεσε, έστω και για λίγο, μέρος της ιστορίας, του περήφανου λαού μας και φεύγοντας από τη συνάντησή μας, με τον άλλο μου εαυτό, φώναξα σαν να ξύπναγα από εφιάλτη: «Στο διάολο να πας Τζέφρυ και συ και η άθλια κλίκα σου.

*Δικηγόρος- ΜΔΕ Ποινικού Δικαίου
Επιστ. Συνεργάτης στη Βουλή των Ελλήνων

ΥΓ Deltio11. Κάθε ομοιότητα της υπόθεσης που περιγράφει ο κ. Γιάννης Ζωγράφος με την υπόθεση της «Ελεύθερης Αθήνας», είναι θέμα «υποκειμενικής εκτίμησης».

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Γιατί λοιπόν επαναλαμβάνουμε τα ίδια λάθη μερικές δεκαετίες μετά; Η ιστορία δεν υποτίθεται ότι μας διδάσκει ώστε να μην επαναμβάνουμε τα ίδια λάθη; Μήπως η εξουσία ποντάρει στο ότι διαχρονικά έχει απέναντί της "μαλάκες"; Μήπως πρέπει να βρούμε άλλο τρόπο για να διεμβολίσουμε το σύστημα; Μήπως γι'αυτό πρέπει σε μία ομάδα να ακούγονται και να αναλύονται όλες οι απόψεις; Και αφού την φάγαμε την ψωλιά με την Ελεύθερη Αθήνα πάμε να φάμε και δεύτερη με την Ελεύθερη Ελλάδα;;; Ε τότε καλώς μας αποκαλούν μαλάκες. Το σύστημα δεν μπορεί να γκρεμιστεί από έναν εγκέφαλο, το σύστημα το προστατεύουν πολλά μυαλά τα οποία δουλεύουν 24 ώρες το 24ωρο. Ένας άνθρωπος μόνος του δεν μπορεί, δεν έχει τις αντοχές ούτε τις γνώσεις να χτυπήσει το καρκίνωμα. Το σύστημα ποντάρει στο ότι δεν μπορεί να δεθεί μία ομάδα για να το απειλήσει πραγματικά και όταν δει κάτι τέτοιο βάζει ρουφιάνους και την διαλύει. Μία ομάδα δεμένη, χωρίς εγωπάθειες και αρχομανίες μπορεί να συντρίψει εύκολα όλους αυτούς τους λούστρους που μας δυναστεύουν για λογαριασμό άλλων αφεντικών, αλλά πρέπει να μάθουμε να δουλεύουμε ομαδικά, ας αφήσουμε την νοοτροπία του μαγαζιού στην άκρη, αφού ξέρουμε την τρέλλα του Έλληνα να είναι αρχηγός, να έχει το μαγαζάκι του, την πελατεία του που προσπαθεί να την αυξήσει παίρνοντάς την από το διπλανό μαγαζάκι κτλ. Ο μεγαλύτερος εχθρός είναι ο εαυτός μας, εάν τον μάθουμε μπορούμε να τον νικήσουμε εύκολα και τότε ο δρόμος για την ελευθερία έχει ανοίξει.
Χρήστος Παναγιωτόπουλος