Αυτό το αίτημα ήταν το πρώτο από μια χριστιανική φατρία προς την κοσμική εξουσία για να παρέμβει σε θρησκευτικές διαφορές.
Η Σύνοδος της Αρελάτης ήταν η πρώτη που συγκάλεσε ο Κωνσταντίνος και ήταν ο πρόδρομος της Συνόδου της Νίκαιας.
Ο Δονάτος ήταν επίσκοπος Καρθαγένης και θεωρούσε ότι οι «δηλωσίες» κατά τον διωγμό του Διοκλητιανού, Χριστιανοί , έπρεπε να αποκλειστούν από την εκκλησία και επέμενε ότι τα μυστήρια που τελούσαν οι «δηλωσίες» ιερείς ήταν άκυρα.
Στη Σύνοδο της Αρελάτης παραβρέθηκαν εκτός από τον Μέγα Κωνσταντίνο, συνολικά 44 επίσκοποι. 26 αντιπρόσωποι από την Γαλατία, 3 από τη Γερμανία, 5 Από τη Μεγάλη Βρετανία, ο επίσκοπος Θουμπούρμπο Μάϊους, από την Τυνησία,
ο Επίσκοπος Χρήστος των Συρακουσών ο αντίπαλος του Δονάτου Καικιλιανός, κλπ. Στη Σύνοδο δεν προσήλθε ο Πάπας Σιλβέστρος αρνούμενος να εξέλθει της Ρώμης, έστειλε όμως πενταμελή αντιπροσωπεία υπό τον πρωτοπρεσβύτερο Κλαύδιο.
Η πρώτη Σύνοδος της Αρελάτης, βρήκε έναν συμβιβασμό, για τον Δονάτο,
και δέχθηκε να καθαιρεθούν οι «δηλωσίες» αλλά, τα μυστήρια που τέλεσαν θα εξακολουθούσαν να ισχύουν, διότι «το κύρος του μυστηρίου δεν εξαρτάται από την ηθική υπόσταση και τα αμαρτήματα του ιερέα». Ο Δονάτος αφορίστηκε.
Η Σύνοδος της Αρελάτης υιοθέτησε τους πρώτους είκοσι δύο Ιερούς Κανόνες. Αποφάσισε τον υποχρεωτικό εορτασμό του Πάσχα, την ίδια Κυριακή από όλους τους χριστιανούς, απέκλεισε από την εκκλησία, τους οδηγούς αρμάτων στις αρματοδρομίες, τους ηθοποιούς και τους μονομάχους, ρύθμισε την κατοικία του κλήρου, το βάπτισμα των αιρετικών, επέτρεψε νέο γάμο πέντε χρόνια μετά από διαζύγιο, και με τον 6ο Κανόνα επιβεβαίωσε την αγαμία του Κλήρου.
Ο τρίτος Κανόνας της Αρελάτης, παραμένει ο ποιο σημαντικός και σήμερα γιατί έλυσε το ζήτημα της συμμετοχής των Χριστιανών στο Πόλεμο. H Σύνοδος , αναγνώρισε τη στρατιωτική θητεία ως καθήκον κάθε Χριστιανού, εγκωμίασε τον πόλεμο για την πατρίδα, και ευλόγησε τον «αιματηρό αγώνα ανάμεσα στο καλό και το κακό», και αποφάσισε τον αποκλεισμό από την εκκλησία εκείνων που καταθέτουν τα όπλα.



