8/11/16

Για τη Μάχη της Γκραμπάλας

Η τελευταία νύχτα του Πολέμου στο Καλπάκι

Του Παντελή Θ. Παπαγεωργίου

Η φρούρηση του υψώματος είχε ανατεθεί στο 1ο λόχο του 1ου Τάγματος του 15ου Συντάγματος με λοχαγό τον μόνιμο υπο/γό Βασιλά και τον 3ο λόχο του ίδιου τάγματος με λοχαγό τον μόνιμο υπ/γό Στίπα. Ο 1ος λόχος του Βασιλά φρουρούσε το δεξί ύψωμα της Γκραμπάλας όπως κοιτάμε προς την Αλβανία προς το μέρος της Αρίστης και ο λόχος του Στίπα το αριστερό προς το Καλπάκι που ήταν και ψηλότερο και είχε και χαρακώματα. ….
«στην κορυφή του Στίπα ακούστηκε δυνατή η φωνή του σκοπού δύο φορές Αλτ. Αλτ στα όπλααα. Πυροβολισμοί, χειροβομβίδες, φωνές και πάλι ησυχία. Φαίνεται ότι την πρώτη φορά είχε ανεβεί μια ιταλικιά ομάδα για ανίχνευση, τώρα τη δεύτερη φορά ήταν ανεβασμένη μια Ιταλικιά Διμοιρία ως εμπροσθοφυλακή.
Ο λόχος του Στίπα είχε διαλυθεί. Στη στιγμή βρέθηκε πάλι στη Διμοιρία μου ο λοχαγός λέγοντας.
-Την κορυφή του Στίπα την κατέλαβαν πάλι οι Ιταλοί, γρήγορα την ομάδα σου και πάμε.
Μαζί με σκορπισμένους στρατιώτες του Στίπα και τον ίδιο άρχισε πάλι αντεπίθεση μας προς την κορυφή. Το γνωστό σύνθημα αέρα επάνω τους παιδιά και τους πιάσαμε. Τα πράγματα ήταν διαφορετικά, γιατί οι Ιταλοί μας πετούσαν χειροβομβίδες και τα τρία αυτόματα των Ιταλών έβαζαν συνέχεια.
Καθώς προχωρούσαμε ο λοχίας Γιάννης Παππάς με μερικούς στρατιώτες προχώρησε προς τα πλάγια από το μέρος που ανέβηκαν οι Ιταλοί ταμπουρώθηκε σε κάτι βράχια μικρά και έβαζε προς την κορυφή.
Οι Ιταλοί νόμισαν πως τους κυκλώσαμε και υποχώρησαν αμέσως, ο λοχίας τους κατάλαβε και μας φώναξε. Ανεβήκαμε στην κορυφή. Εκεί βρήκαμε τον πρώτο Ιταλό νεκρό φορτωμένο με τρεις μικρούς γελιούς με πυρομαχικά, χειροβομβίδες και τρόφιμα.
Τότε ο Στίπας άναψε το φακό του, έβγαλε το πιστόλι του, έσκυψε προς τον Ιταλό λέγοντας «άτιμε τόλμησες να πατήσεις το πάτριον έδαφος, η Θεία δίκη σε ετιμώρησε, ψόφα εδώ πάνω και πάλι οι δυό λοχαγοί συζήτησαν και ο ίδιος ο λοχαγός μου Βασιλάς κατέβασε τους στρατιώτες του Στίπα κάτω από τα χαρακώματα και τους είπε οι Ιταλοί θα ξανάρθουν θα τους ακούσετε και θα τους αρχίσετε το τουφεκίδι αμέσως και σιγά σιγά θα γυρίσετε στο χαράκωμα να τους περιμένετε. Ο Στίπας και οι Διμοιρίτες του συγκέντρωσαν αρκετούς στρατιώτες και παρατάχτηκαν κανονικά. Γυρίσαμε με το λοχαγό μας στις θέσεις μας.
Η βροχή και η αντάρα συνέχιζαν. Από τα δυό μέτωπα ήταν μεγάλη ησυχία.
Είχαν φθάσει πια μεσάνυχτα.

Από το αριστερό μέρος της Γκραμπάλας από το δικό μας , ακούστηκε η φωνή κάποιου στρατιώτη, έρχονται τα ζώα με το συσσίτιο, κάποια ανακούφιση ένοιωσαν οι στρατιώτες μας και ξετυλίχθηκαν από τα αντίσκηνα τους και σηκώθηκαν όρθιοι. Την ώρα ακριβώς που τα ζώα έφθασαν στην κορυφή και το καθένα θα πήγαινε για τη κάθε Διμοιρία ακούστηκαν συνεχόμενα.
Αλτ! Φωνές «στα όπλα», μετά πυροβολισμοί, συνέχεια φωνές των στρατιωτών μας που γύριζαν προς τα πίσω και μετά ιταλικές χειροβομβίδες αυτόματα όπλα, οπλοπολυβόλα, πολυβόλα με σφαίρες τροχιοδεικτικές έκαναν το αριστερό της Γκραμπάλας να λάμπει.
Συνέχεια ακούονταν ιταλικές φωνές «βίβα Ντούτσε, βίβα Μουσολίνι, βίβα τ’ Ιταλία».
Δυο πράσινες φωτοβολίδες ιταλικές στόλισαν το αριστερό μέρος της Γκραμπάλας μαζί με τις πολύχρωμες σφαίρες των αυτομάτων και των φωτεινών χειροβομβίδων. Οι φωτοβολίδες ασφαλώς φανέρωναν για τους Ιταλούς ότι ο αντικειμενικός σκοπός καταλήφθηκε και οι Ιταλοί πανηγύριζαν.
Αυτά παρακολουθούσαμε με το λοχαγό μου προς το μέρος της Διμοιρίας μου, ακούστηκε η φωνή του σκοπού μου στα όπλα, αμέσως χειροβομβίδες δικές μας πυροβολισμοί και ησυχία πάλι. Όπως φάνηκε το πρωί ένας Ιταλός ανθ/γός που βρέθηκε νεκρός ή από φόβο ξέφυγε από τον όγκο των Ιταλών ή ήταν μπροστά από το τμήμα του και σκοτώθηκε και οι άλλοι Ιταλοί γύρισαν πίσω.
Ξεκινήσαμε πάλι με το λοχαγό μου με μια ομάδα δική μου και με μερικούς άνδρες του Στίπα και λίγους στρατιώτες του μηχανικού που είχαν έλθει για να φτιάσουν καταφύγια και χαρακώματα, για την κορυφή. Τα πράγματα πολύ δύσκολα.

Το σκοτάδι, η αντάρα, η βροχή και το φωτεινό τόξο γύρω από τους Ιταλούς από τις χειροβομβίδες που έριχναν και τρυπούσαν οι πολύχρωμες σφαίρες έκαναν τους στρατιώτες μας να μην προχωρούν. Μάταια προσπαθούσαμε να τους παρασύρουμε προς την κορυφή. Το βίβα Ντούτσε, βίβα τ’ Ιτάλια ακουόταν καθαρά, κάποτε προς την πλευρά τη δική μας ακούστηκαν φωνές δικές μας και τρία οπλοπολυβόλα έβαλαν προς την κορυφή που ήταν οι Ιταλοί.
Οι σφαίρες περνούσαν πάνω από τα κεφάλια μας. Ήταν ο Ανθ/γός Σαρρής που είχε έλθει με τη Διμοιρία του για βοήθεια χωρίς να γνωρίζει ότι εμείς βρισκόμαστε κάτω από τους Ιταλούς και πάνω από αυτόν.
Έγινε η συνεννόηση και αποφασίσαμε έφοδο με εφ’ όλου λόγχη.
Η προσπάθεια απέτυχε, γιατί οι πολλές ιταλικές χειροβομβίδες δεν μας άφηναν να πλησιάσουμε. Σε κάποια στιγμή θυμήθηκα τις χειροβομβίδες Μιλς και τις πρότεινα στο λοχαγό μου. Βρήκε σωστή τη γνώμη μου και ο ένας με τον άλλο στρατιώτη μαζέψαμε καμιά δεκαριά. Η αντάρα είχε κάπως αραιώσει και φαίνονταν το μέρος που ήταν στημένα τα οπλοπολυβόλα και πολυβόλα των Ιταλών. Στη Σχολή των εφέδρων έριχνα 55 μέτρα χειροβομβίδα και μέσα στον κύκλο. Ανέλαβα με το λοχία Παπά και ένα στρατιώτη να πλησιάσουμε λίγο και να τις πετάξουμε. Έτσι και έγινε.
Πριν όμως πετάξουμε τη χειροβομβίδα, φωνάξαμε όλοι κάτω για να μη μας χτυπήσουν τα βλήματα. Με τις πρώτες Μιλς που έσκασαν στην κορυφή ακούστηκαν φωνές και κάπως σταμάτησαν οι πολλές ιταλικές χειροβομβίδες.
Οι χειροβομβίδες μας είχαν εξαντληθεί και φωνάζαμε για άλλες. Μια κόκκινη ιταλική φωτοβολίδα, διέσχισε το ύψωμα, δεύτερη, τρίτη και ησυχία στην κορυφή όλοι τότε είπαν ότι έφυγαν οι Ιταλοί και να ανέβουμε ο λοχαγός δεν άφησε γιατί φοβήθηκε, μήπως οι Ιταλοί είναι κρυμμένοι και όταν τους πλησιάσουμε μας επιτεθούν με χειροβομβίδες.
Όπως προχωρούσαμε μερικοί στρατιώτες είτε από φόβο είτε από το σκοτάδι έγειραν προς το μέρος που ανέβηκαν οι Ιταλοί και όπως έφευγαν οι Ιταλοί έπεσαν πάνω στους στρατιώτες μας, ακούσαμε τότε το Αλτ το δικό μας και συνέχεια: Αλπανέζο Ιταλιάνο κάτι άλλες φωνές, ιταλικές φωνές και μετά ησυχία. Πάλι πυκνή αντάρα σκέπασε το ύψωμα και τότε οι στρατιώτες μας έβαλαν πλάτη με πλάτη και με εφ’ όπου λόγχη κουνούσαν τα όπλα τους στο σκοτάδι.
Θελήσαμε να μάθουμε τι έγινε και στρατιώτες μας έλεγαν σε ακούω κε λοχαγέ ή κυρ Ανθ/γέ ή λοχία μη μας πλησιάζεις, περίμενε να φέξει. Αυτό συνέβηκε γιατί οι Ιταλοί φεύγοντας πέσανε επάνω τους και μπερδεύτηκαν.
Εκεί χάθηκε και ένας στρατιώτης της Διμοιρίας από την Κρυόβρυση, δάσκαλος δεν θυμάμαι το μικρό του το όνομα. Παπάς ήταν το επώνυμο τον πήραν μαζί τους οι Ιταλοί, γιατί δε βρέθηκε νεκρός. Θαμποχάραξε. Η πυκνή αντάρα διαλύονταν σιγά-σιγά. Τα σώματα των στρατιωτών άρχισαν να ξεχωρίζουν σαν μαύρες σκιές, καθώς κουνιόνταν και προχωρούσαν προς την κορυφή. Πρώτος έφθασε ο στρατιώτης της Διμοιρίας μου Ιωάννου.
Στην άκρη του χαρακώματος βρήκε ένα Ιταλό τυλιγμένο με το αντίσκηνο του και αμέσως τον τρύπησε πέρα πέρα με την ξιφολόγχη του, πιο πάνω βρήκε ένα ανθ/γό βαριά χτυπημένο, τον άρπαξε από τα μαλλιά, τον τίναξε και πέθανε.
Οι άλλοι στρατιώτες φώναζαν χαρούμενοι «έφυγαν-έφυγαν». Ανεβήκαμε όλοι στην κορυφή όταν πετάχτηκαν όρθιοι 5 Ιταλοί με τα χέρια επάνω. Οι στρατιώτες αγριεμένοι από τον αγώνα της νύχτας όρμησαν να τους σκοτώσουν. Φώναξε ο λοχαγός και σταμάτησαν. Τους πλησιάσαμε.
Ήταν ο μελανοχίτωνας Ταγματάρχης με αξιωματικούς. Μας έδωσαν τα πιστόλια και τα κιάλια τους. Φωνάξαμε έναν Εβραίο στρατιώτη που ήξερε τα ιταλικά.
Ο Ταγματάρχης Ιταλός είπε: Ανήκει στους μελανοχίτωνας και πήρε διαταγή να καταλάβει το ύψωμα πάση θυσία . Είπε ακόμη ότι ήθελε να γνωρίσει κάποιον αξιωματικό Κωστάκη να τον συγχαρεί για την μεγάλη ευστοχία του πυροβολικού. Και πως το ελληνικό πυροβολικό ήταν ο φόβος και ο τρόμος των Ιταλών. Προξένησε μεγάλες απώλειες σε έμψυχο και άψυχο υλικό.
Επίθεση επιχείρησαν και από το δεξί μέρος της Γκραμπάλας από το δρόμο που έρχεται από την Αρίστη. Εκεί όμως ο Διμοιρίτης της Δης Διμοιρίας του 1ου λόχου έφεδρος ανθ/γός Ιωάννου Δημήτριος δάσκαλος τότε, συνταξιούχος βουλευτής σήμερα, είχε πάρει κανονικές θέσεις και απέκρουσε όλες τις επιθέσεις των Ιταλών και προξένησε μεγάλη ζημιά σε έμψυχο υλικό, 15 νεκροί Ιταλοί και αρκετοί αιχμάλωτοι που παραδόθηκαν ένας ένας μόλις έφεξε. Στην αριστερή κορυφή οι απώλειες των Ιταλών ήταν: 28 νεκροί Ιταλοί μέσα και έξω από τα χαρακώματα. Πολλά πολυβόλα οπλοπολυβόλα αυτόματα τουφέκια, χειροβομβίδες και αμέτρητα φυσίγγια. Όταν έφεξε καλά, άρχισαν οι Ιταλοί ένας ένας και κατά μικρές ομάδες να παραδίδονται λέγοντας «μπόνο γκρέκο, φινίτο λα γκουέρα» οι απώλειες οι δικές μας ήταν ο στρατιώτης της Διμοιρίας μου που ανέφερα πιο πάνω και τραυματίας ο υποκόμος του λοχαγού Βασιλά.
Η μάχη κερδήθηκε με αποτέλεσμα να μην επιχειρήσουν ξανά οι Ιταλοί επίθεση, γιατί αμέσως άρχισε η προέλαση του στρατού μας και υποχώρηση των Ιταλών. Μετά τη μάχη οι στρατιώτες πήραν από τα πτώματα των Ιταλών: πανιότες και κονσέρβες αρκετές, γιατί τα ζώα με το συσσίτιο το δικό μας δεν πρόκαμαν όλα, να έλθουν και ένα μουλάρι μαύρο που το φωνάζαμε γκιόσα με μεγάλη κοιλιά ήταν σκοτωμένο και φορτωμένο με το συσσίτιο και αυτό ήταν της Διμοιρίας μου. Μετά το φαγητό οι στρατιώτες μας έψαξαν τους νεκρούς Ιταλούς για να βρουν το νούμερο τους στα άρβυλα, γιατί τα δικά μας τα περισσότερα τα είχαμε δεμένα με σύρματα. Έτσι ποδέθηκαν αρκετοί στρατιώτες.
Μερικοί άνοιξαν τις κόκκινες ιταλικές χειροβομβίδες, έβγαλαν τον επικρουστήρα, πέταξαν το υλικό που είχαν μέσα και τις έκαναν τσιγαροθήκες. Έφερναν γύρα επάνω στην κορυφή άφοβα και προσέφεραν τσιγάρα παρά τις φωνές μας να καλυφθούν από τον εχθρό, γιατί κινδύνευαν από το πυροβολικό.

Μετά ήλθε ο Ταγματάρχης Αποστολίδης και ο υποδιοικητής του Συντάγματος, αν θυμάμαι καλά, μας αγκάλιαζαν μας φιλούσαν και μας έλεγαν ότι θα προτείνουν στο Σύνταγμα για πολεμικούς σταυρούς κλπ.
Μας ρώτησαν ακόμη τι χατίρι θέλαμε να μας κάνουν. Πήρα το λόγο και τους είπα: Να μας αντικαταστήσουν από τη Γκραμπάλα για να γυρίσουμε στα μετόπισθεν, να φάμε λίγο ζεστό φαγητό, να χορτάσουμε νερό και να κοιμηθούμε στα αντίσκηνα. Μας απάντησαν: «Σε ποιους άλλους αξιωματικούς θα εμπιστευτούμε τη φρούρηση του υψώματος» αργότερα μας είπαν.
Η Γκραμπάλα κρατήθηκε από την παλικαριά του υπολοχαγού Βασιλά, του Αν/γού Σαρρή, των αξιωματικών και στρατιωτών και των χειροβομβίδων Μιλς.
Το βράδυ έφθασε και η διαταγή του μεράρχου Κατσιμήτρου που εξόρκιζε αξιωματικούς και οπλίτας να κρατήσουν τη Γκραμπάλα πάση θυσία και τελείωνε:«Γκραμπάλα ή θάνατος».

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα «το Ζαγόρι μας», τεύχος 223

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Το έπιασες τώρα Χατζάρα; Οι Ιταλοί αιχμάλωτοι ρώταγαν ποιός είναι ο ταγματάρχης Κωστάκης; Δεν ρώταγαν ποιός είναι ο Κατσιμήτρος...

Δεν θέλω να μειώσω την προσφορά του Κατσιμήτρου στη νίκη, αλλά όποιος και να ήταν στη θέση του δεν θα μπορούσε να κάνει διαφορετικά... Και εξηγώ τι εννοώ:

Η 8η μεραρχία αποτελείτο αποκλειστικά από γηγενείς Ηπειρώτες, οπότε δεν υπήρχε περίπτωση ποτέ αυτή η μεραρχία να οπισθοχωρήσει στον Άραχθο και να αφήσουν τα σπίτια και τις οικογένειές τους στο έλεος του εχθρού... Οι στρατιώτες αυτοί μάχονταν κυριολεκτικά υπέρ βωμών και εστιών και ακόμα κι αν ερχόταν ο ίδιος ο Παπάγος να τους διατάξει να οπισθοχωρήσουν, δεν υπήρχε περίπτωση να υπακούσουν...